Η ψυχογενής ανορεξία είναι μία από τις διαταραχές διατροφής.

Δεν πρόκειται για μια κατάσταση στην οποία το άτομο δεν έχει όρεξη για φαγητό, 
αλλά είναι μια πολύπλοκη ασθένεια ψυχολογικής φύσης που έχει βέβαια επίπτωση σε όλους τους τομείς της ζωής του ατόμου. 
Η ανορεξία είναι συντριπτικά συχνότερη στις γυναίκες της εφηβικής και μετεφηβικής ηλικίας, αν και έχουν καταγραφεί περιπτώσεις σε άτομα 6-60 ετών και των δύο φύλων.
Η ακριβής συχνότητα της ανορεξίας είναι δύσκολο να υπολογιστεί, αλλά υπολογίζεται ότι περίπου το 0.2% έως 1.3% του γενικού πληθυσμού πάσχει από ψυχογενή ανορεξία, ενώ σε πληθυσμούς μαθητριών και φοιτητριών το ποσοστό αυξάνεται. 
Η έναρξη της ψυχογενούς ανορεξίας συμβαίνει συνήθως στην εφηβεία (στα μεν κορίτσια στην ηλικία 15-17 ετών, ενώ στα αγόρια στο 12ο έτος) και η αναλογία κοριτσιών-αγοριών είναι 9:1 (δηλαδή σε κάθε ένα αγόρι που πάσχει από ανορεξία, αντιστοιχούν 9 κορίτσια με την ίδια διαταραχή!). Προσβάλλονται σχεδόν αποκλειστικά άτομα λευκής φυλής που ανήκουν στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, αλλά και στις μεσαίες. 
Παρατηρείται συχνότερα σε γυμναστές, αθλητές, μοντέλα, μπαλαρίνες.

Διάγνωση

Η διάγνωση της ψυχογενούς ανορεξίας γίνεται βέβαια από ειδικούς και όχι από τους οικείους του ατόμου. 
Τα άτομα που βρίσκονται κοντά στο άτομο που πάσχει από ψυχογενή ανορεξία είναι όμως σε θέση από νωρίς να εντοπίσουν αλλαγές στη συμπεριφορά και την εμφάνιση του ατόμου.
Σύμφωνα με σύμφωνα με το εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών της Αμερικάνικης Ψυχιατρικής Εταιρίας (DSM-IV) τα απαραίτητα κριτήρια για τη διάγνωση της Ψυχογενούς Ανορεξίας είναι τα παρακάτω : 

  1. Άρνηση του ατόμου να διατηρήσει το βάρος του σώματος του στο ή πάνω από ένα ελάχιστο φυσιολογικό βάρος για την ηλικία και το ύψος του (π.χ.   απώλεια βάρους που οδηγεί στη διατήρηση βάρους του σώματος κάτω του 85% από το αναμενόμενο)
  2. Έντονος φόβος του ατόμου μήπως πάρει βάρος ή γίνει παχύ, ακόμα και όταν το βάρος του είναι κάτω από το κανονικό.
  3. Διαταραχή στο τρόπο που κανείς βιώνει το βάρος ή το σχήμα του σώματος του, αδικαιολόγητη επιρροή του σωματικού βάρους ή σχήματος στην εκτίμηση του εαυτού ή άρνηση της σοβαρότητας του παρόντος χαμηλού σωματικού βάρους.   
  4. Σε γυναίκες μετά την έναρξη της περιόδου πρέπει να υπάρχει αμηνόρροια, δηλαδή απουσία τουλάχιστον τριών διαδοχικών εμμηνορρυσιών (περιόδων)
Σύμφωνα με αυτή την ταξινόμηση υπάρχουν δύο τύποι Ψυχογενούς Ανορεξίας :
Περιοριστικός Τύπος: 

Η απώλεια βάρους σε αυτόν τον τύπο επιτυγχάνεται πρωταρχικά με δίαιτα, νηστείες ή υπερβολική σωματική άσκηση
Τύπος Υπερφαγίας/Κάθαρσης: 

Το άτομο έχει εμπλακεί συστηματικά σε συμπεριφορές υπερφαγίας ή κάθαρσης (δηλ.  προκλητό έμετο ή κακή χρήση καθαρτικών ή διουρητικών).

Αίτια

Τα αίτια της νευρικής ανορεξίας δεν έχουν διαλευκανθεί πλήρως. 

Φαίνεται ότι σημαντικό ρόλο παίζουν γενετικοί παράγοντες και η κληρονομικότητα. 
Η γενετική προδιάθεση βέβαια θα εκδηλωθεί κάτω από αρνητικές συνθήκες, όπως την ακατάλληλη διατροφή ή τη συναισθηματική πίεση.

Επίσης, ο ρόλος της οικογένειας στην ανάπτυξη και συντήρηση της ψυχογενούς ανορεξίας φαίνεται ότι είναι ιδιαιτέρως σημαντικός, καθώς μεγάλο μέρος των ανορεκτικών ασθενών έχουν βιώσει κακές οικογενειακές σχέσεις, ιδιαίτερα με τη μητέρα τους.  
Τέλος, τα πρότυπα της εποχής που δίνουν έμφαση στην αδύνατη εμφάνιση, την δίαιτα και την τελειοθηρία, σε συνδυασμό με την επίδραση των ΜΜΕ, φαίνεται ότι έχουν επηρεάσει την εμφάνιση των διαταραχών διατροφής.

Το προφίλ των ανορεκτικών ασθενών 
Η σοβαρή απώλεια βάρους, η οποία μπορεί να ξεπερνάει και το 25% του φυσιολογικού βάρους είναι το κύριο χαρακτηριστικό του ανορεκτικού ατόμου. Η αντίληψη για το βάρος του και το σχήμα του σώματός του είναι παραμορφωμένη, με αποτέλεσμα συχνά τα σκελετωμένα άτομα να βλέπουν στον καθρέφτη του έναν παχύ εαυτό. 

Ο ανορεκτικός έφηβος ασχολείται συνέχεια με το βάρος του, το σώμα του και το φαγητό και φοβάται ότι είναι ή θα γίνει παχύς. 
Για να το αποφύγει λοιπόν, το άτομο επιδίδεται σε υπερβολική σωματική άσκηση και υπερδραστηριότητα ή σε προκλητούς εμετούς και χρήση καθαρτικών ή διουρητικών, ώστε να απαλλαγεί από τις θερμίδες των σχεδόν ανύπαρκτων γευμάτων τους. 
Σωματικά παρατηρείται επίσης αμηνόρροια για τρεις συνεχόμενους κύκλους στις γυναίκες και μείωση της σεξουαλικής επιθυμίας για τους άνδρες, φτωχή περιφερική κυκλοφορία (έντονη ευαισθησία στο κρύο και στη ξηρασία, αποχρωματισμένο δέρμα)  και συμπτώματα ασιτίας (δυσκοιλιότητα, κοιλιακοί πόνοι, ζαλάδες, πρήξιμο στο στομάχι, τους αστραγάλους και το πρόσωπο), καθώς και χνουδωτή τρίχωση του σώματος και αραίωση του τριχωτού της κεφαλής. 
Επιπλέον, οι οικείοι των ανορεκτικών ατόμων παρατηρούν σιγά-σιγά αλλαγές στην όλη συμπεριφορά του ατόμου, όπως συναισθηματική αστάθεια, ευερεθιστικότητα, έντονη ανησυχία και κρίσεις θυμού, καθώς και δυσκολίες στον ύπνο.
Οι έφηβοι που παρουσιάζουν Ψυχογενή Ανορεξία έχουν συνήθως την εικόνα του πετυχημένου, ευπροσάρμοστου και τελειομανή ανθρώπου.  

Υπάκουοι και ευσυνείδητοι, είναι συνήθως πολύ καλοί μαθητές, πετυχημένοι σε κάθε τους ασχολία και ιδιαίτερα οργανωτικοί, αποτελώντας πρότυπο για πολλούς γονείς. Στην πραγματικότητα έχουν ιδιαίτερα χαμηλή αυτοεκτίμηση και πολύ υψηλές απαιτήσεις από τον εαυτό τους και κάνουν τα πάντα για να ανταποκριθούν σε αυτές. 
Επίσης, είναι πολύ ανταγωνιστικά άτομα και επιδιώκουν πάντα την επιτυχία. 
Συνήθως είναι συνεσταλμένοι και μοναχικοί και έχουν δυσκολίες στη δημιουργία σχέσεων με τους συνομηλίκους, ενώ παρουσιάζονται υπερβολικά ήρεμοι και σπάνια φέρνουν αντιρρήσεις ή θυμώνουν. 
Οι ίδιοι οι έφηβοι θυμούνται ότι ως παιδιά προσπαθούσαν πάντα να είναι καλοί και χαρούμενοι και να κάνουν αυτό που νόμιζαν ότι ήθελαν οι άλλοι να κάνουν, ανεξαρτήτως των δικών τους συναισθημάτων και επιθυμιών. 
Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά φαίνεται να σχετίζονται με τη χαμηλή αυτοεκτίμηση, την έλλειψη διεκδικητικότητας  και την τελειομανία που παρατηρούνται σε εφήβους με Ψυχογενή Ανορεξία.

Θεραπεία
Η θεραπευτική αγωγή στηρίζεται σε έναν συνδυασμό  θεραπευτικών προσεγγίσεων ανάλογα με τα προσωπικά χαρακτηριστικά και την κατάσταση της υγείας του ασθενή, την προσωπικότητα και την εκπαίδευση του θεραπευτή, καθώς και τις τρέχουσες απαιτήσεις και τις διαθέσιμες δομές.
Οι στόχοι της θεραπείας πρέπει να περιλαμβάνουν:

  1. Την αποκατάσταση του βάρους στο επίπεδο του βάρους-στόχου που έχουν από κοινού θέσει ο ασθενής με τον θεραπευτή του.  
  2. Την επαναφορά του φυσιολογικού τρόπου διατροφής με ενθάρρυνση του ασθενούς να εξοικειωθεί με μια κανονική και θερμιδικά ισορροπημένη πρόσληψη τροφής.
  3. Την διάγνωση και την θεραπεία των ιατρικών επιπλοκών εξαιτίας της ασιτίας και των συμπεριφορών που τη συντηρούν.
  4. Την επισήμανση των δυσλειτουργικών σκέψεων, πίστεων και πεποιθήσεων.
  5. Την παρέμβαση στην οικογένεια.
  6. Την ψυχοθεραπευτική παρέμβαση με σκοπό την ενίσχυση της αυτονομίας και της  αυτοεκτίμησης.
  7. Την προληπτική παρέμβαση και εκπαίδευση για την αποφυγή υποτροπής.  
  8. Μακροπρόθεσμα, την σταθεροποίηση της συναισθηματικής διάθεσης, την διευθέτηση των δυσλειτουργικών στοιχείων της προσωπικότητας, την βελτίωση των διαπροσωπικών σχέσεων και της κοινωνικής λειτουργικότητας.  

Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει νοσοκομειακή περίθαλψη, αν αυτό κρίνεται απαραίτητο για την επιβίωση του ατόμου, φαρμακευτική αγωγή και ψυχοθεραπεία (ατομική και οικογενειακή).
Αν και το άτομο με κάποια διαταραχή διατροφής βρίσκει αρχικά ελκυστική και επιθυμητή την περίπτωση να αλλάξει τον τρόπο σκέψης του σχετικά με το φαγητό, στη συνέχεια ανακαλύπτει ότι η κάθε αλλαγή έρχεται σε σύγκρουση με βασικές του αξίες. 

Έτσι το άτομο νιώθει απειλή, φόβο, ενοχές,  επιθετικότητα, εχθρότητα, πόνο και άγχος, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται η διαδικασία της θεραπείας. 

Αποτελέσματα-Πρόγνωση
   Ο συνδυασμός ιατρικής και ψυχολογικής αντιμετώπισης επιτρέπει μια ευνοϊκή εξέλιξη στην πλειονότητα των περιπτώσεων.  

Το 70% των ασθενών έχει σχετικά καλή εξέλιξη, ενώ περίπου το 5% των ανορεκτικών ασθενών πεθαίνει, συνήθως λόγω καρδιακής προσβολής ή αυτοκτονίας. Ανεξαρτήτως της βελτίωσης πάντως, τα 2/3 των ασθενών διατηρούν πάντα ανησυχίες σχετικές με το βάρος, τη διατροφή και το πάχος.
Σύμφωνα με στατιστικές, υποτροπή παρουσιάζεται στο 10-50% των περιπτώσεων, κυρίως μετά από έναν γάμο ή μια πρώτη γέννα.  

Η επαγγελματική εξέλιξη των πρώην ανορεκτικών ασθενών είναι συνήθως καλή, αν και κατώτερη των αρχικών προσδοκιών τους.  
Η αισθηματική και σεξουαλική τους ζωή όμως, χωρίς ψυχοθεραπεία, αποδεικνύεται συχνά απογοητευτική, καθώς συχνά παρουσιάζουν και άλλα συναισθηματικά προβλήματα.
Ν. Λιμναίου Ψυχολόγος
www.sintagespareas.gr