Η εξαιρετική παρουσίαση των παιχνιδιών των αρχαίων

Τη δυνατότητα να κατανοήσουµε κυριολεκτικά την παραπάνω ρήση από τον «Τίµαιο» του Πλάτωνα µας προσφέρει ο Χρήστος Δ. Λάζος στο τελευταίο του βιβλίο.
 Χαράκτης, λάτρης της επιστηµονικής φαντασίας, µελετητής του αρχαίου ελληνικού πολιτισµού και συγγραφέας πολλών βιβλίων µε θέµα την αρχαία ελληνική τεχνολογία, ο Λάζος παρουσιάζει µέσα από τις σελίδες ενός προσεγµένου λευκώµατος τη θέση που κατείχε το παιχνίδι στη ζωή των Ελλήνων.

Ερευνώντας πηγές 3.200 χρόνων, από την προϊστορική αρχαιότητα έως το Βυζάντιο, και καταγράφοντας 150 (!) παιχνίδια, ο συγγραφέας καταφεύγει κυρίως στους καλλιτέχνες και τεχνίτες της εποχής για να µας τα εκθέσει.

Αγγειογραφίες, αντικείµενα λατρευτικά, καθηµερινά και άλλα που χρησίµευαν ως παιχνίδια και βρέθηκαν ατόφια σε ανασκαφές αναδεικνύουν πέρα από την ευρηµατικότητα και την πρωτοτυπία των προγόνων µας, τη διαχρονικότητα των παιχνιδιών αυτών.

Πολλά από αυτά φτάνουν έως τις µέρες µας σχεδόν απαράλλαχτα. Υπάρχουν παιχνίδια για όλους και για όλα τα γούστα: παιχνίδια για µωρά όπως το σείστρο (κουδουνίστρα), για παιδιά όπως η µοσκίνδα (µακριά γαϊδούρα) και η αποδιδρασκίνδα (κρυφτό) και τυχερά όπως η κυβεία (ζάρια) και ο άβαξ (τάβλι). 

Επίσης παιχνίδια στρατη γικής όπως οι πεσσοί, οι εννιάρες και οι τρίλιζες, καθώς και ερωτικής µαντείας όπως ο κότταβος.

Η εξαιρετική παρουσίαση των παιχνιδιών των αρχαίων και των βυζαντινών από τον Χρήστο ∆. Λάζο ολοκληρώνεται µε την παράλληλη παράθεση ιστορικών και µυθολογικών στοιχείων που σχετίζονται άµεσα µε αυτά. 

Χαρακτηριστική η περίπτωση της αιώρας, κοινώς κούνιας: σύµφωνα µε τον µύθο, ο Ικάριος, ήρωας από τον αττικό δήµο Ικαρία, φιλοξένησε κάποτε, δίχως να το γνωρίζει, τον θεό ∆ιόνυσο.

Ο θεός θέλοντας να δείξει την ευγνωµοσύνη του στον φιλόξενο θνητό φεύγοντας του δίδαξε τα µυστικά της αµπελουργίας και της οινοποιίας. Ενθουσιασµένος ο Ικάριος, βάλθηκε να καλλιεργεί αµπέλια, γεύτηκε τον χυµό τους και ευφράνθηκε τόσο πολύ που θέλησε να µοιραστεί το νέο αγαθό µε τους γείτονές του. 

Γέµισε τότε ασκούς µε κρασί, ανέβηκε στο άρµα του και τριγυρνώντας στις εξοχές της Αττικής κερνούσε τους γεωργούς και τους βοσκούς, οι οποίοι όµως, πίνοντας κρασί για πρώτη φορά στη ζωή τους µέθυσαν.

Αδαείς οι βοσκοί και πανικόβλητοι από τη µέθη νόµισαν ότι ο Ικάριος τούς δηλητηρίασε και γι’ αυτό τον σκότωσαν και έκρυψαν το πτώµα του. 
Αναζητώντας τον πατέρα της, η κόρη του Ικάριου, η Ηριγόνη, βρήκε το πτώµα του και αφού το έθαψε, κρεµάστηκε από ένα δέντρο πάνω από τον τάφο του. 
Οργισµένος ο ∆ιόνυσος µε τους Αθηναίους, καταράστηκε τις κόρες τους οι οποίες µαινόµενες έτρεχαν να κρεµαστούν και αυτές. 
Τροµαγµένοι τότε αυτοί, κατέφυγαν στο Μαντείο των ∆ελφών όπου έµαθαν ότι για να εξευµενίσουν τον θεό έπρεπε να καθιερώσουν γιορτή προς τιµήν του Ικάριου και της Ηριγόνης.

Ετσι, καθιερώθηκε στην Αθήνα η γιορτή της Αιώρας (τελούνταν στις 13 του µήνα Ανθεστηριώνα όταν άρχιζαν να ανθίζουν τ’ αµπέλια) κατά την οποία οι παρθένες της Αττικής κρεµούσαν στα δέντρα µικρές κούκλες από κερί ή άργιλο, τις πλαγγόνες οι οποίες παρίσταναν τις κόρες που είχαν κρεµαστεί.

Με το πέρασµα του χρόνου, τη θέση των πλαγγόνων πήραν ξανά οι κόρες της Αττικής οι οποίες τραγουδώντας αιωρούνταν, ακριβώς όπως εµείς σήµερα,µικροί και ενίοτε και µεγάλοι ανεβαίνοντας στην αιώρα.