Αίτια
- Πρωτοπαθής
- Δευτεροπαθής
Αν και εμφανίζεται περίπου στο 1/3 των περιπτώσεων τα αίτια παραμένουν άγνωστα.
Ανάλογα με το αίτιο χαρακτηρίζεται ως:
Θρομβοεμβολικός: 
Παρατηρείται σε ασθενείς με δρεπανοκυτταρική αναιμία, με λευχαιμία και σε λιπώδες έμφρακτο. Υπολογίζεται ότι ένα ποσοστό 4-6.5% των ασθενών με δρεπανοκυτταρική αναιμία εμφανίζουν πριαπισμό. 
Η θεραπεία αυτών των ασθενών περιλαμβάνει αλκαλοποίηση, αναλγησία, ενυδάτωση και μεταγγίσεις έτσι ώστε η αιμοσφαιρίνη να είναι πάνω από 10mg% και η αιμοσφαιρίνη S σε πυκνότητα μικρότερη από 30%.

Τραυματικός: 
Εμφανίζεται μετά από τραύμα γεννητικών οργάνων και/ή περινέου. 
Οι κακώσεις αυτού του τύπου, μπορεί να προκαλέσουν φλεβική θρόμβωση, αιμορραγία και οίδημα του πέους, τα οποία οδηγούν σε πριαπισμό χαμηλής ροής. 
Αντίθετα, αν η κάκωση αφορά τη σηραγγώδη αρτηρία, τότε μπορεί να παρατηρηθεί πριαπισμός υψηλής ροής.

Νευρογενής
Σε βλάβες της σπονδυλικής στήλης, σε αυτόνομη νευροπάθεια και μετά από αναισθησία κατά τη διάρκεια επεμβάσεων.

Νεοπλασματικός: 
Παρατηρείται σε κακοήθη νεοπλάσματα και οφείλεται σε απόφραξη της φλεβικής παροχέτευσης ή σε μερική αντικατάσταση των σηραγγωδών κόλπων από το νεόπλασμα. 
Η θεραπεία είναι παρηγορητική και περιλαμβάνει αναλγητικά, αντιβιοτικά (σε ενδεχόμενη λοίμωξη), ακτινοβολία ή/και χημειοθεραπεία με σκοπό την αντιμετώπιση της μεταστατικής νόσου.

Φαρμακευτικός: 
Ορισμένα φάρμακα, όπως τα αντιυπερτασικά υδραλαζίνη και πραζοσίνη αλλά και κάποια αντιψυχωτικά όπως η χλωροπρομαζίνη, ενοχοποιούνται για πιθανή πρόκληση πριαπισμού.

Σε ολική παρεντερική διατροφή: 
Έχει παρατηρηθεί πριαπισμός χαμηλής ροής μετά από χορήγηση ενδοφλεβίως 20% λιπώδους διαλύματος.

Μετά ενδοσηραγγώδη ένεση φαρμάκων. 
Σε ποσοστό περίπου 5%, ως επιπλοκή ενδοπεϊκής χορήγησης ουσιών για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας. Αποτελούν το συχνότερο αίτιο πρόκλησης πριαπισμού.

Παθοφυσιολογία
Ο πριαπισμός είναι αποτέλεσμα του μηχανισμού χάλασης.
Η πίεση στα σηραγγώδη σώματα είναι σταθερά αυξημένη και κυμαίνεται από 80-120 mmHg.
Ο βαθμός της ισχαιμίας που προκαλείτε είναι ανάλογος της έκτασης και της διάρκειας της φλεβικής απόφραξης.
Μερικές φορές ο σηραγγώδης ιστός γίνεται παχύς, οιδηματώδης και ινωτικός, με τελικό αποτέλεσμα στυτική δυσλειτουργία.

Θεραπεία
- Φαρμακευτική
- Χειρουργική

Α. Μη ειδικά μέτρα
- Παγοκύστες
- Αναλγητικά Οιστρογόνα
- Περίδεση πέους
- Αντιπηκτικά

Β. Ενδοσηραγγώδης ένεση α-αδρενεργικών φαρμάκων
Αυτού του τύπου τα φάρμακα προκαλούν αγγειοσύσπαση.
Τέτοια φάρμακα είναι η ετιλεφρίνη, η φαινυλεφρίνη, η επινεφρίνη , η εφεδρίνη και η νορεπινεφρίνη.
Η ένεση του φαρμάκου γίνεται εντός του σηραγγώδους σώματος και μπορεί να επαναληφθεί μετά από 5 min.

Γ. Παρακέντηση και εκκένωση του περιεχομένου των σηραγγωδών σωμάτων.
Χρησιμοποιείται βελόνα 21G με πεταλούδα η οποία χρησιμεύει για αφαίρεση του αίματος από το σηραγγώδες.
Εισάγεται κάθετα στο σηραγγώδες σώμα και η αναρρόφηση του αίματος γίνεται μέχρι να επιτευχθεί χάλαση του πέους.

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟΝΙΣΤΕΙ ΟΤΙ ΟΤΑΝ Ο ΠΡΙΑΠΙΣΜΟΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΤΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΩΡΕΣ ΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΣΥΝΗΘΩΣ ΕΧΟΥΝ ΚΑΛΗ ΠΡΟΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΜΦΑΝΙΖΟΥΝ ΣΤΥΤΙΚΗ ΔΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. 
ΑΝ ΟΜΩΣ Η ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙ ΤΟΤΕ ΛΟΓΩ ΒΛΑΒΗΣ ΤΟΥ ΣΤΥΤΙΚΟΥ ΙΣΤΟΥ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ.
Δημήτρης Μπορούσας
Χειρούργος Ουρολόγος Ανδρολόγος