Πόντιος Πιλάτος. Ο Ρωμαίος που αιματοκύλησε πολλές φορές τους Εβραίους.

Ρωμαίος Επίτροπος της Ιουδαίας, Πόντιος Πιλάτος, έμεινε γνωστός ως ο άνθρωπος που καταδίκασε σε θάνατο τον Ιησού Χριστό.
Στα Ευαγγέλια, ο Πιλάτος εμφανίζεται ως αναποφάσιστος διοικητής που υπέκυψε στις πιέσεις των Αρχιερέων και καταδίκασε τον Ιησού, χωρίς να έχει πειστεί για την ενοχή του.

Πριν ανακοινώσει την απόφαση του, ο Πιλάτος «ένιψε τας χείρας του», ορίζοντας ως μοναδικούς υπεύθυνους τους Αρχιερείς. Αυτή ήταν μια εβραϊκή συνήθεια που δήλωνε την αποποίηση των ευθυνών.

Υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία για τη ζωή του Πιλάτου και τα περισσότερα του προσδίδουν πολύ αρνητικά χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με τους Εβραίους ιστορικούς, Ιώσηπο Φλάβιο και Φίλωνα της Αλεξάνδρειας, ο Πόντιος Πιλάτος ήταν ένας χαιρέκακος και ασεβής επίτροπος, που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να υπονομεύσει τους αρχαίους εβραϊκούς νόμους.


Η άφιξη του Πιλάτου στην Ιουδαία 

Ο Πόντιος Πιλάτος καταγόταν από την κεντρική Ιταλία και η οικογένειά του είχε πολεμήσει εναντίον του Ιούλιου Καίσαρα, όταν επιδίωξε να διαλύσει την ρωμαϊκή δημοκρατία το 49 π.Χ.

Πόντιος Πιλάτος

Το 26 μ.Χ., ο Αυτοκράτορας Τιβέριος όρισε τον Πιλάτο, επίτροπο της Ιουδαίας. Ως επίτροπος είχε καθήκον να εισπράττει τους φόρους, να απονέμει δικαιοσύνη και να ασκεί τα τυπικά διοικητικά και στρατιωτικά καθήκοντα. Βασική του αποστολή ήταν να υπηρετεί τα συμφέροντα της Ρώμης και να κρατά τον λαό σε ηρεμία.

Διοικούσε μία βοηθητική στρατιά 6 χιλιάδων αντρών, που αρκούσε για τη επιτήρηση της περιοχής, αλλά παρουσίαζε σημαντικές ελλείψεις σε περίπτωση μαζικής εξέγερσης.

Η επεισοδιακή άφιξη 


Τα προβλήματα του Πιλάτου ξεκίνησαν με την άφιξή του στην Ιουδαία. Ο στρατός του μετέφερε αγάλματα του Αυτοκράτορα Τιβερίου, για να τον τιμήσουν. Όμως η εβραϊκή θρησκεία απαγόρευε τέτοιου είδους ειδωλολατρικά ομοιώματα και η πράξη των Ρωμαίων εξόργισε τους κατοίκους.

Χιλιάδες Εβραίοι περικύκλωσαν το παλάτι του επίτροπου και για έξι μέρες διαδήλωναν εναντίον των αγαλμάτων. 

Ο Πιλάτος αρνούνταν να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους.

Σύμφωνα με τον Φίλωνα της Αλεξάνδρειας, ο Αυτοκράτορας Τιβέριος ενημερώθηκε για τα καμώματα του Πιλάτου και του έστειλε ένα γράμμα τόσο οργισμένο, που ο επίτροπος απέσυρε αμέσως τα αγάλματα.

Ο Ιώσηπος Φλάβιος, απ’ την άλλη, διηγείται ότι ο Πιλάτος διέταξε το στρατό να περικυκλώσει τους διαμαρτυρόμενους και τους απείλησε ότι θα τους σκοτώσει αν δεν ηρεμούσαν. 

Οι Εβραίοι όχι μόνο δεν φοβήθηκαν, αλλά σήκωσαν το κεφάλι τους και προέταξαν το λαιμό τους, για να σημαδέψουν καλύτερα οι στρατιώτες. 
Ο επίτροπος έμεινε έκπληκτος με την πίστη και το θάρρος των Εβραίων και απέσυρε τα αγάλματα.

Η εξέγερση του υδραγωγείου 

Οι ιστορικοί αφηγούνται ότι ο Πιλάτος χρησιμοποίησε χρήματα από το ιερό θησαυροφυλάκιο του Ναού, για να κατασκευάσει ένα υδραγωγείο στην Ιερουσαλήμ. 

Δεν μπορούσε να αρπάξει χρήματα από το Ναό του Σολομώντος, εκτός αν επρόκειτο για κοινωφελή έργα. 
Οι κάτοικοι όμως αντέδρασαν και συγκεντρώθηκαν έξω από το δικαστήριο, απαιτώντας τον τερματισμό των έργων. 
Με εντολή του Πιλάτου, ο στρατός ντύθηκε με πολιτικά ρούχα και αναμείχθηκε με το τεράστιο πλήθος. Ήταν οπλισμένοι με ρόπαλα κι όχι με σπαθιά, γιατί είχαν διαταγή να τρομοκρατήσουν τον κόσμο, αλλά να μην προκαλέσουν θανάτους. 
Ο Πιλάτος έδωσε σήμα και η επίθεση του στρατού ξεκίνησε. Χτυπούσαν αλύπητα με τα ρόπαλα και ο κόσμος πανικοβλήθηκε. 
Αρκετοί σκοτώθηκαν, άλλοι από τα χτυπήματα των Ρωμαίων και άλλοι ποδοπατήθηκαν από το πλήθος.

Στην περίπτωση του Ιησού, ο Πιλάτος όσο σκληρός και αν ήταν, έβλεπε ότι δεν είχε παραβιάσει κανένα εβραϊκό νόμο και για αυτό δεν είχε καμία πρόθεση να τον καταδικάσει σε θάνατο. 

Τελικά υπέκυψε για να κάνει το χατίρι των Αρχιερέων, που ήταν βασικοί του συνεργάτες στην άσκηση της εξουσίας. 
Άλλωστε για αυτόν ήταν μια διαμάχη μεταξύ μη Ρωμαίων.

Είχε άποψη, αλλά δεν είχε διάθεση να την υπερασπιστεί μέχρι τέλους.

Η επανάσταση των Σαμαρειτών 

Το 36 μ.Χ. εμφανίστηκε ένας άντρας που δήλωνε ότι ήταν η μετεμψύχωση του Μωυσή. 

Ξεσήκωσε τους Σαμαρείτες και τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν στο βουνό Γκεριζίμ, όπου θα τους έδειχνε τα ιερά λείψανα που είχε θάψει ο Μωυσής. Συγκεντρώθηκαν στο χωριό Τιραθάνα, στους πρόποδες του ιερού βουνού. 
Ο Πιλάτος κατέφτασε στο χωριό με χιλιάδες βαριά οπλισμένους στρατιώτες.

Ακολούθησε άγρια μάχη και ο στρατός του Πιλάτου έσφαξε εκατοντάδες. 

Ο επίτροπος αιχμαλώτισε τους επιζώντες και εκτέλεσε τους αρχηγούς τους. 
Το συμβούλιο των Σαμαρειτών απευθύνθηκε στον κυβερνήτη της Συρίας, Βιτέλο, ζητώντας δικαιοσύνη για τις βιαιοπραγίες του επίτροπου. Υποστήριξαν ότι στο χωριό Τιραθάνα έφτασαν ως πρόσφυγες, μετά την επίθεση των Ρωμαίων και ο Πιλάτος κυνήγησε άοπλους και απροστάτευτους άνδρες. 
Ο Βιτέλος διέταξε τον Πιλάτο να επιστρέψει στη Ρώμη για να δικαστεί.

Όταν έφτασε στη Ρώμη, το 37 μ.Χ, ο Πιλάτος έμαθε ότι ο Αυτοκράτορας Τιβέριος είχε πεθάνει και στη θέση του βρισκόταν ο Καλιγούλας. 

Σύμφωνα με τον ιστορικό και Επίσκοπο της Καισάρειας, Ευσέβιο, ο Καλιγούλας τον εξόρισε στη Γαλατία και ο Πιλάτος αυτοκτόνησε από την ντροπή του.

Τα ιστορικά στοιχεία, δεν είναι επαρκή καθώς στην εποχή του δεν ήταν κάποια ιδιαίτερα σημαντική προσωπικότητα, ώστε να γράφουν για αυτόν οι ιστορικοί.

Ο ρόλος του στη θεία οικονομία αναδείχθηκε πολλά χρόνια μετά το θάνατό του.

πηγή