Οι Φωνές που Ακούν οι Ασθενείς με Σχιζοφρένεια...

Η πρώτη μου συνάντηση με ένα σχιζοφρενικό ασθενή ήταν όταν ήμουν φοιτητής ιατρικής στην τρίτη εβδομάδα μου. 
Ο θεράπων νευρολόγος και εγώ κληθήκαμε να δούμε μία ψυχιατρική ενδονοσοκομειακή  περίπτωση ασθενούς που μόλις είχε μια κρίση.

«Έχετε αποκτήσει ειδικότητα ψυχιατρικής;» ρώτησε ο γιατρός. 
Δεν είχα ακόμη. 
Ο νευρολόγος επέμεινε ότι θα ήταν μια πολύτιμη εκπαιδευτική εμπειρία για μένα να δω τον ασθενή αυτοπροσώπως, να ακούσω την ιστορία και το ιατρικό ιστορικό του και να υποβάλω σχετική έκθεση. 
Έτσι, πήγα μόνος στο ψυχιατρικό θάλαμο και στο δωμάτιο 621, όπου γνώρισα τον Μπράντον, ένα ασθενή με παρανοϊκή σχιζοφρένεια ο οποίος υπέφερε από συχνές ακουστικές ψευδαισθήσεις.

Στα 28 του χρόνια, ο Μπράντον ήταν απόφοιτος του Πανεπιστημίου Cornell με πτυχίο στην ιστορία, αλλά ήταν άνεργος για χρόνια. 
Είχε μια φρέσκια εμφάνιση, αγορίστικο πρόσωπο και μαλακά καστανά μαλλιά, ένα βλέμμα που ερχόταν σε σύγκρουση με το ανησυχητικό ιστορικό που είχα διαβάσει στο ιστορικό του. 
Τρεις εβδομάδες νωρίτερα, όταν μπήκε στο νοσοκομείο ο Μπράντον επανειλημμένα κυνηγούσε μέλη του προσωπικού και τράβαγε τους λοβούς των αυτιών τους. 
Ο ίδιος είπε ότι προσπαθούσε να «ξεριζώσει τις κατασκοπικές συσκευές καταγραφής τους».

Στο σύντομο χρονικό διάστημα που ήταν στο θάλαμο, απείλησε να επιτεθεί στη νοσοκόμα του δύο φορές, μία φορά με ένα στυλό και μία φορά με ένα τσιμπιδάκι, υποστηρίζοντας ότι ήταν πράκτοραςπου έστειλε το FBI για να κάνει τη δουλειά του Σατανά. 
Πριν από την κρίση του εκείνο το πρωί, είχε διαμαρτυρηθεί ότι το νοσηλευτικό προσωπικό τον «τρέλαινε» και ότι «έβαζαν τις θυμωμένες σκέψεις στο κεφάλι του» για να τον κάνουν να δείχνει άσχημα. 
Αφού πήρα τις πληροφορίες που χρειαζόμουν για την κρίση του, ρώτησα τον Μπράντον για τις ψευδαισθήσεις του.

«Συνήθως τον ακούω όταν είμαι μόνος», είπε.

«Ποιον ακούς;» ρώτησα.
«Τον Τζέραλντ. 
Είναι τόσο ηλίθιος. 
Εργάζεται για το FBI. 
Αυτός με κατασκοπεύει όλη την ώρα. 
Ξέρει τα πάντα. 
Αυτό συνέβη όταν ήμουν παιδί, ξέρετε, όταν έβαλε το κατασκοπικό τσιπ στον εγκέφαλό μου, αλλά οι γιατροί εδώ λένε ότι δεν το βλέπουν στις σαρώσεις του εγκεφάλου μου».

«Τι σου λέει τώρα;»
Ο Μπράντον έγειρε προς τα εμπρός και κλείδωσε τα μάτια του πάνω μου. «Μιλάει για σένα. 
Ο διάβολος! 
Βλέπει τον διάβολο στα μάτια σου!».
Αυτό φάνηκε σαν μια καλή στιγμή για να ολοκληρώσω τη συνέντευξη, όμως το μυαλό μου είχε πλημμυρίσει με ερωτήσεις. 
Γιατί ο Μπράντον να  ακούει μια φωνή στο κεφάλι του; 
Από πού προέρχεται; 
Γιατί λέει αυτά που λέει;

Φανταστείτε ότι στέκεστε στο λόμπι ενός άγνωστου κτιρίου, με διάφορους διαδρόμους και ασανσέρ να κολυμπάνε γύρω σας και να ξύνετε το κεφάλι σας, καθώς επιχειρείτε να κατανοήσετε τις οδηγίες που κρατάτε στο χέρι σας, που υποτίθεται ότι πρέπει να σας οδηγήσουν στην κύρια αίθουσα συνεδριάσεων:

«Συνεχίστε στο δεύτερο διάδρομο προς τα αριστερά, περάστε τις διπλές πόρτες και πάρτε τον ανελκυστήρα Γ και ανεβείτε στον πέμπτο όροφο, σουίτα 511».

Όσο αναλογίζεστε ποιός διάδρομος είναι ο «δεύτερος από τα αριστερά», αρχίζοντας να αμφισβητείτε την ακεραιότητα των ικανοτήτων πλοήγησης σας, νιώθετε ένα άγγιγμα στον ώμο σας.

«Το ασανσέρ Γ είναι προς τα εκεί». 
Ένας φιλικός περαστικός σας δείχνει τη σωστή κατεύθυνση. 
Προφανώς θα σκεφτόσασταν τόσο έντονα τις κατευθύνσεις που τις μουρμουράγατε φωναχτά. 
Ο διανοητικός αυτός διάλογος προοριζόταν να παραμείνει μόνο στο μυαλό σας και όμως καταλήξατε να μεταδίδετε τις σκέψεις σας σε έναν πλήρη ξένο.
Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται υποφωνητική ομιλία και συμβαίνει σε κάθε άνθρωπο.
Ο εγκέφαλός μας επεξεργάζεται όλες τις γλώσσες, ακόμη και την ιδιωτική γλώσσα στο μυαλό μας, χρησιμοποιώντας διακριτές γλωσσικές περιοχές και τεράστιες νευρικές οδούς που μεταδίδουν οδηγίες προς τους μυες της ομιλίας. Οι σκέψεις μας μετατρέπονται σε υποφωνητική ομιλία, όταν ο μηχανισμός στρεσσάρεται και κάνει τους εν λόγω μύες να συσταλλούν, παρόλο που αυτή η διέγερση είναι συνήθως πολύ αδύναμη για να δημιουργήσει μια φωνή που ο καθένας θα μπορούσε πραγματικά να ακούσει.

Ο ψυχίατρος Λούις Γκούλντ ήθελε να ξέρει αν οι ακουστικές ψευδαισθήσεις στη σχιζοφρένεια είχαν να κάνουν με το φαινόμενο της υποφωνητικής ομιλίας. 
Οι εμπειρίες που περιγράφουν οι σχιζοφρενείς ως «φωνές στο κεφάλι τους» είναι μόνο τα ακούσια μουρμουρητά των μυών της ομιλίας; 
Αν ναι, γιατί οι σχιζοφρενείς τυχαίνει να παρατηρούν την υποφωνητική ομιλία τους, ενώ οι υγιείς άνθρωποι δεν το κάνουν; 
Ο Γκούλντ, σχεδίασε ένα πείραμα χρησιμοποιώντας μια τεχνική που ονομάζεται ηλεκτρομυογράφημα (electromyography –EMG), το οποίο μετρά την ενεργοποίηση των μυών μέσα στο χρόνο. 
Μάζεψε μια ομάδα σχιζοφρενών και υγιών ασθενών και, μία προς μία, κατέγραψε τη φωνητική μυϊκή δραστηριότητα τους.

Όταν ο Γκούλντ συνέκρινε τις ηχογραφήσεις EMG των σχιζοφρενών ασθενών που παρουσίασαν τις ακουστικές ψευδαισθήσεις με εκείνες των ασθενών που δεν είχαν παραισθήσεις, διαπίστωσε ότι, όταν οι ασθενείς άκουγαν φωνές, οι ηχογραφήσεις EMG, έδειξαν σε εκείνους μεγαλύτερη φωνητική ενεργοποίηση των μυών. 
Το αποτέλεσμα αυτό σήμαινε ότι όταν οι σχιζοφρενείς άκουγαν φωνές στο κεφάλι τους, οι φωνητικοί τους μύες συστέλλονταν, καθώς συμμετείχαν σε υποφωνητική ομιλία.

Η υποφωνητική ομιλία είναι μια ενεργοποίηση των φωνητικών μυών, ακόμη και αν δεν ακούγεται η φωνή. 
Αλλά γιατί δεν ακούγεται; 
Δεν παράγεται καθόλου φωνή ή η φωνή είναι απλά πολύ ήσυχη; 
Εάν δεν παραγόταν καθόλου φωνή, τότε η υποφωνητική ομιλία δεν θα μπορούσε να είναι η πηγή της παραισθησιακής φωνής. 
Αλλά αν η υποφωνητική ομιλία είναι απλά πολύ ήσυχη και μόνο ο ασθενής μπορεί να την ακούσει; 
Θα μπορούσε να βοηθήσει να εξηγήσουμε γιατί οι σχιζοφρενείς ακούν φωνές;
Τι θα γινόταν αν καταστούσαμε τους ήχους πιο δυνατούς;
Ο Γκούλντ αποφάσισε να αναζητήσει την απάντηση σε μία από τις ασθενείς του, την οποία  θα ονόμασουμε Λίζα, μία 46χρονη γυναίκα με παρανοϊκή σχιζοφρένεια. 
Σκέφτηκε: Αν η υποφωνητική ομιλία είναι μια μικρή ενεργοποίηση των φωνητικών μυών και οδηγεί στην παραγωγή εξαιρετικά απαλών ήχων, τι θα γινόταν αν τους καταστούσαμε πιο δυνατούς; 
Πρέπει να είναι δυνατόν, θεωρητικά, να ενισχύσουμε τον απαλό ήχο χρησιμοποιώντας ένα μικρόφωνο.

Ο Γκούλντ έβαλε ένα μικρό μικρόφωνο πάνω στο δέρμα του λαιμού της Λίζας, και προς έκπληξή του, η φωνή, που προηγουμένως δεν ακουγόταν, αναδείχθηκε ως ένας απαλός ψίθυρος: «Αεροπλάνα ... 
Ναι, ξέρω ποιοι είναι ... 
Επίσης ... 
Ναι, το ξέρει και εκείνη καλά»
Η Λίζα μόλις είχε πει στον Γκούλντ για το πρόσφατο όνειρό της για αεροπλάνα. 
Η φωνή συνέχισε:

Ψίθυρος: «Ξέρει ότι είμαι εδώ. 
Τι θα κάνεις; 
Είναι μια φωνή που ξέρω. 
Δεν βλέπω πού πηγαίνει. 
Ξέρω ότι είναι μια σοφή γυναίκα. 
Εκείνη δεν ξέρει τι θέλω. 
Είναι σοφή. 
Οι άνθρωποι θα σκεφτούν ότι είναι κάποια άλλη».

Λίζα: «Ακούω και πάλι τις φωνές».

Ψίθυρος: «Ξέρει. 
Είναι το πιο πονηρό πλάσμα σε ολόκληρο τον κόσμο. 
Η μόνη φωνή που ακούω είναι η δική της. 
Ξέρει τα πάντα. 
Ξέρει τα πάντα για την αεροπλοΐα».

Λίζα: «Τις άκουσα να λένε ότι έχω γνώση της αεροπλοΐας».

Ο Γκούλντ αιφνιδιάστηκε. 
Όποτε η Λίζα ανέφερε ότι άκουγε τη φωνή στο κεφάλι της, εκείνος άκουγε ψιθύρους να έρχονται από το μικρόφωνο. 
Επιπλέον, όταν ρωτήθηκε για το τι της είπε η φωνή, η περιγραφή της Λίζα ταίριαζε με το περιεχόμενο της ενισχυμένης ομιλίας λέξη προς λέξη. 
Η φωνή στο κεφάλι της Λίζα μιλούσε την ίδια στιγμή και έλεγε τα ίδια πράγματα, όπως η υποφωνητική ομιλία την οποία η ίδια δημιουργούσε.

Χρόνια αργότερα, η ερευνητική ομάδα είχε μια παρόμοια αλληλεπίδραση με ένα 51χρονο άντρα ασθενή, τον οποίο θα ονομάσουμε Ρόι, ο οποίος συχνά περιέγραφε την επικοινωνία του με μια οντότητα στο μυαλό του που ονομάζεται «Δεσποινίς Τζόουνς». 
Ακριβώς όπως και στο πείραμα του Γκούλντ, οι ερευνητές τοποθέτησαν ένα μικρόφωνο πάνω στο λαιμό του Ρόι και κατέγραψαν την ακόλουθη συνομιλία:

Ψίθυρος: «Αν είσαι στο μυαλό του, βγές από εκεί, αλλά αν δεν είσαι στο μυαλό του δεν θα βγεις από εκεί. 
Θέλεις να μείνεις εκεί».

Εξεταστής: «Ποιος το είπε αυτό;»

Ρόι: «Εμμ αυτή το είπε ...»

Ψίθυρος: «Εγώ το είπα».

Εξεταστής: «Μιλάς με τον εαυτό σου;»

Ρόι: «Όχι, δεν το κάνω. [λέει στον εαυτό του:] Τι είναι αυτό;»

Ψίθυρος: «Κοίτα τη δουλειά σου αγάπη μου, δεν θέλω να ξέρει τι έκανα».

Ρόι: «Είδες; Της μίλησα για να την ρωτήσω τι κάνει και μου είπε να κοιτάω τη δουλειά μου».

Για άλλη μια φορά, το χρονοδιάγραμμα και το περιεχόμενο της ψευδαίσθησης ταίριαζαν με την υποφωνητική ομιλία του ασθενούς, τις λέξεις που αρθρώνονταν χρησιμοποιώντας το μυαλό του, τους πνεύμονες και τους μύες. 
Παρά το πόσο τρομακτικά πραγματική φαινόταν η «φωνή στο κεφάλι του» Ρόι, η Δεσποινίς Τζόουνς δεν υπήρχε. 
Προφανώς, η φωνή που άκουγε από την αρχή ήταν η δική του.

Αλλά γιατί δεν το ξέρει αυτό;
Εμείς μουρμουρίζουμε κάτω από την αναπνοή μας όλη την ώρα. 
Συνήθως, δεν το προσέχουμε, αλλά ακόμα κι αν το προσέχουμε, αναγνωρίζουμε ότι είναι η δική μας φωνή που ακούμε, δεν είναι κάποια ύπουλη φιγούρα που καταπατά το μυαλό μας. 
Οπότε, τι γίνεται στους σχιζοφρενείς ασθενείς και τους καθιστά ανήμπορους να αναγνωρίσουν ότι είναι οι ίδιοι αυτοί που μιλούν;

Κάθε φορά που ένα άτομο ακούει τη φωνή του, ένα ασυνείδητο κύκλωμα αναγνώρισης ανάβει στον εγκέφαλο. 
Λειτουργεί, συγκρίνοντας τον ήχο που ακούει με τον αναμενόμενο ήχο της φωνής του, μια πρόβλεψη διαμορφωμένη μέσα από χρόνια εμπειρίας με τη συνομιλία. 
Εάν η πραγματική φωνή ταιριάζει με την πρόβλεψη, ο εγκέφαλος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η φωνή ήταν αυτο-δημιούργητη. 
Εναλλακτικά, αν η φωνή δεν ταιριάζει με την πρόβλεψη, ο εγκέφαλος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κάποιος άλλος μιλάει.

Στους σχιζοφρενείς ασθενείς, όπως ο Μπράντον πιστεύεται ότι υπάρχει ένα ελάττωμα σε αυτό το κύκλωμα. 
Όταν ο Μπράντον ακούει τη δική του φωνή, το ασυνείδητο σύστημα αντιστοίχισης αναγνωρίζει εσφαλμένα μια αναντιστοιχία (ψευδώς αρνητικά) και τον αποτρέπει από την συνειδητή αναγνώριση ότι είναι η δική του ομιλία αυτή που βιώνει. 
Ο εγκέφαλός του έχει απομείνει να συμβιβαστεί με δύο αντιφατικά παρόμοια όμως κομμάτια πληροφοριών: από τη μία πλευρά ακούει μια φωνή που δεν είναι δική του. 
Από την άλλη πλευρά, δεν υπάρχει κανένας άλλος στο δωμάτιο. Οπότε, ποιανού είναι η φωνή;

Ο εγκέφαλος προσπαθεί να δημιουργήσει την πιο λογική εξήγηση που μπορεί. Ποιος θα μπορούσε να προβάλει μια φωνή στο μυαλό του Μπράντον που δεν βρίσκεται κοντά του;
 Ίσως κάποιος με πρόσβαση σε εντυπωσιακές τεχνολογίες, κάποιος με τα μέσα και το κίνητρο για να τον κατασκοπεύσει. 
Κάποιος από το FBI; 
Αυτό είναι δυνατό. 
Εάν ένας πράκτορας είχε εμφυτεύσει ένα τσιπ στον εγκέφαλό του, θα μπορούσε να εξηγήσει τη φωνή μέσα στο κεφάλι του. 
Εάν ο πράκτορας κατασκόπευε τον Μπράντον αρκετό καιρό, θα μπορούσε να εξηγήσει γιατί η φωνή φαίνεται να ξέρει τόσα πολλά γι’ αυτόν.

Ο εγκέφαλος είναι ένας φοβερός αφηγητής, φτιαγμένος να βγάζει νόημα από το χάος της ζωής μας. 
Αντισταθμίζει την παρουσία των ακουστικών ψευδαισθήσεων, που οφείλονται σε ελάττωμα στην αυτο-αναγνώριση, γράφοντας μια αφήγηση για λογαριασμό τους. 
Δεν είναι τυχαίο ότι οι σχιζοφρενείς ασθενείς επιλέγουν κατασκοπικούς οργανισμούς, θρησκευτικές οντότητες ή υπερφυσικές δυνάμεις όταν περιγράφουν τις φωνές στο κεφάλι τους. 
Αυτές είναι οι θεωρίες που ο εγκέφαλος επινοεί για να εξηγήσει πώς μια ξένη φωνή θα μπορούσε να διεισδύσει σε ένα μυαλό, γνωρίζοντάς το καλά και βασανίζοντας το θύμα του με αμείλικτη επιτήρηση. 
Αντιμέτωποι με τέτοιες απίστευτες συνθήκες, η εξήγηση που ο εγκέφαλος παράγει είναι εκπληκτικά λογική.
------------------------------------------------
Πηγή: Slate.com
Απόδοση – Επιμέλεια: Ομάδα psychologynow