Αν με Αγαπήσεις θα Σημαίνει ότι Αξίζω Κάτι...

Αν με Αγαπήσεις θα σημαίνει ότι Αξίζω Κάτι
Είναι παράδοξο, αλλά όταν νιώθουμε ντροπή επειδή δεν μας αγάπησαν όταν ήμασταν παιδιά και από πάνω νιώθουμε απέχθεια για αυτόν τον «ανάξιο να αγαπηθεί» εαυτό μας, επιλέγουμε, ψυχαναγκαστικά σχεδόν, να σχετιστούμε με ανθρώπους που, με μαθηματική ακρίβεια, αντί να αντικρούουν και να απαλύνουν τα δυσάρεστα αυτά συναισθήματα, μας τα επιβεβαιώνουν και, μάλιστα, με τον χειρότερο τρόπο. 
Οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας και η αίσθηση εαυτού που αναπτύσσουμε ως αποτέλεσμα αυτών, σε μεγάλο βαθμό επηρεάζουν και καθορίζουν το πώς διαμορφώνουμε τις σχέσεις μας ως ενήλικες.  

Με άλλα λόγια, αυτό που είμαστε και ο τρόπος που σχετιζόμαστε σήμερα είναι ενδεικτικός του πού βρεθήκαμε και του τι βιώσαμε στο παρελθόν. 
Αν στο παρελθόν βιώσαμε τραυματικές εμπειρίες, έχουμε την τάση να τις αναβιώνουμε, ως ενήλικες, στο πεδίο των προσωπικών/ερωτικών σχέσεων. 
Τείνουμε να εφαρμόζουμε στις σχέσεις μας πρότυπα συμπεριφοράς που, ενώ είχαν νόημα κατά την παιδική ηλικία, βοηθώντας μας να τα βγάλουμε πέρα με την παραμέληση ή την κακοποίηση, σήμερα μοιάζουν ακατανόητα και περισσότερο μας δυσκολεύουν παρά μας διευκολύνουν. 
Με τον ίδιο τρόπο που προσπαθούσαμε απεγνωσμένα να λάβουμε αγάπη ως παιδιά, χωρίς ποτέ να τα καταφέρνουμε, έτσι προσπαθούμε και σήμερα, πάλι ανεπιτυχώς, να πάρουμε αγάπη από λάθος ανθρώπους και με λάθος τρόπους. 
Οι ανάγκες μας για γνήσια συναισθηματική επαφή μένουν ανικανοποίητες και μένουμε απορημένοι που οι σχέσεις μας δεν λειτουργούν όπως θα θέλαμε. 
Απογοητευόμαστε που, παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειές μας, μοιάζουμε ανίκανοι να στήσουμε μια σχέση της προκοπής.   

Η ΚΡΥΦΗ ΑΤΖΕΝΤΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΕΡΩΤΕΣ 
Η παιδική επαγωγική σκέψη πάει κάπως έτσι: «Αν νιώθω ότι οι γονείς μου δεν με αγαπούν, το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι κάποιο ελάττωμα ή κάποια έλλειψη πρέπει να έχω που τους εμποδίζει να με αγαπήσουν». 
Το συναισθηματικό επακόλουθο αυτού του συμπεράσματος είναι βαρύ: «Απεχθάνομαι τον προβληματικό εαυτό μου και ντρέπομαι για την αναξιότητά μου να αγαπηθώ».  
Προκειμένου να απαλλαγούμε από το βάρος αυτού του συναισθήματος και να αποκτήσουμε μια θετική αίσθηση για τον εαυτό μας, στρεφόμαστε έξω από εμάς, στους άλλους. 
Λόγω αδυναμίας να στηρίξουμε μόνοι μας την αυτοεκτίμησή μας, αναζητούμε εξωτερική επιβεβαίωση και αποδείξεις ότι είμαστε αρκετά καλοί – ή, τουλάχιστον, ότι δεν είμαστε απεχθείς.  

Κάπως έτσι σφηνώνεται στο μυαλό η ιδέα ότι η λύση για να αγαπήσουμε τον εαυτό μας ή, έστω, να πάψουμε να τον μισούμε είναι να βρούμε κάποιον που θα μας θεωρήσει άξιους της αγάπης του και θα μας αγαπήσει.  
Αυτή είναι η μυστική ατζέντα που καθοδηγεί τις σχέσεις μας: «Ο πόνος και η  ντροπή από την έλλειψη της πρωταρχικής αγάπης, με ένα μαγικό τρόπο, θα εξαφανιστούν όταν κάποιος με αγαπήσει πραγματικά. 
Θα σημαίνει, επιτέλους, ότι δεν είμαι ανάξιος/α, ότι δεν ευθύνομαι εγώ που εκείνοι, τότε, δεν μπόρεσαν να με αγαπήσουν».  

Η κρυφή ατζέντα απορροφά όλη μας την ενέργεια, δεν αφήνει περιθώριο να ενδιαφερθούμε και να δούμε πραγματικά τον άλλον. 
Το μόνο που βλέπουμε είναι το σπαρακτικό ερώτημά που του απευθύνουμε: «Είμαι αρκετά σημαντικός/ή ώστε να ενδιαφερθείς για μένα; 
Είμαι αρκετά καλός/ή ώστε να με αγαπήσεις; 
Μπορείς να αγαπήσεις κάποιον/α σαν εμένα; 
Μπορείς να με αγαπήσεις όπως ποτέ δεν με αγάπησε η μαμά μου κι ο μπαμπάς μου;».  

Υπάρχει όμως ακόμα ένας όρος: Αυτός που θα καταφέρει να μας αγαπήσει δεν μπορεί να είναι κάποιος τυχαίος, πρέπει να είναι κάποιος ακριβώς σαν το γονιό μας. 
Το κενό είναι δυνατόν να αναπληρωθεί μόνο αν πάρουμε την αγάπη του γονιού δια πληρεξουσίου: «Δεν μπόρεσα να σ’ αγαπήσω εγώ αλλά εξουσιοδότησα κάποιον σαν εμένα να σε αγαπήσει στη θέση μου».  
Αυτό το πληρεξούσιο θα αποτελέσει τη μέγιστη διορθωτική ενέργεια και την τελειωτική αντισταθμιστική πράξη που θα μας απαλλάξει από τη χρόνια αίσθηση απόρριψης και εγκατάλειψης. 
Μιλάμε για την πιο επικίνδυνη αποστολή του κόσμου: Διαλέγουμε κάποιον που είναι  ολόιδιος με εκείνον που δεν κατάφερε να μας αγαπήσει ποτέ και προσπαθούμε να τον πείσουμε να φερθεί διαφορετικά, δηλαδή να μας αγαπήσει.

Και μάλιστα άνευ όρων γιατί αυτό είναι που στερηθήκαμε, αυτό είναι που χρειαζόμαστε και αυτή είναι η έλλειψή που μας προσδιορίζει.  
Προφανώς περιττεύει να πούμε ότι η αποστολή είναι καταδικασμένη να αποτύχει.  

Καταρχάς, ο άνθρωπος που  επιλέγουμε, όντας παρόμοιος σε τρόπους και φερσίματα με εκείνους που μας μεγάλωσαν, είναι το ίδιο φειδωλός στις εκδηλώσεις αγάπης, το ίδιο επικριτικός, και το ίδιο αδιάφορος προς τις δικές μας ανάγκες. 
Είναι συναισθηματικά μη διαθέσιμος και, για τους δικούς του λόγους, δεν μπορεί ή δεν έχει καμία όρεξη να μας αγαπήσει. 
Εμείς, ξέροντας ότι «αγάπη σημαίνει να θέλω αυτό που δεν μπορώ να έχω», του φερόμαστε με τον ίδιο τρόπο που φερόμασταν στο παρελθόν στην προσπάθειά μας να κάνουμε τους γονείς μας να μας προσέξουν. 

Δηλαδή, στην συναναστροφή μαζί του, υιοθετούμε όλους τους αποδεδειγμένα αποτυχημένους τρόπους να εκμαιεύσει κανείς αγάπη, περιμένοντας ότι αυτή τη φορά  θα έχουν διαφορετικό αποτέλεσμα. 

Για αρχή γινόμαστε τέλειοι. 
Οι ομορφότεροι, εξυπνότεροι και πιο καλοί που υπάρχουν. 
Επειδή δεν τρέφουμε καμία αυταπάτη ότι υπάρχει περίπτωση να μας αγαπήσει ο άλλος αν, απλώς, του παρουσιαστούμε όπως είμαστε, χωρίς περαιτέρω «βελτιώσεις» και «ενισχύσεις». 
Επίσης κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να τον ικανοποιήσουμε και να τον ευχαριστήσουμε ακόμα κι αν εκείνος δεν ευχαριστιέται και δεν ικανοποιείται με τίποτα. 
Όπως και στο παρελθόν, καταπιέζουμε ολόκληρα κομμάτια γνήσιου εαυτού προκειμένου εκείνος να μας δώσει λίγη σημασία. 

Όπως τότε, έτσι και τώρα, αποφεύγουμε να εκφράσουμε αυτά που πραγματικά αισθανόμαστε και να μοιραστούμε αυτά που πραγματικά σκεφτόμαστε από φόβο ότι θα μας απορρίψει, θα μας εγκαταλείψει ή θα αποσύρει την αγάπη του.  
Γινόμαστε θυσία και χαλί να μας πατήσει, βασιζόμενοι σε μια διαστρεβλωμένη ιδέα για τις ερωτικές σχέσεις που λέει ότι: «Εγώ θα σε αγαπάω άνευ όρων και άνευ ορίων, ενώ εσύ δεν θα ανταποκρίνεσαι ή θα ανταποκρίνεσαι βαριεστημένα, αρκεί μόνο να είσαι εδώ με κάποιο τρόπο και να μην με εγκαταλείψεις ποτέ». 

 Στο σημείο αυτό, ψήγματα εναπομένουσας λογικής μέσα μας ενδέχεται να προσπαθήσουν να μας φρενάρουν, αλλά μάλλον είναι αργά πλέον. 
Το ένστικτο αυτοπροστασίας και η αξιοπρέπειά μας βρίσκονται σε ελεύθερη πτώση κι όσο βολική και να φαντάζει η δικαιολογία ότι μας έχει κεραυνοβολήσει ο έρωτας, η πραγματικότητα είναι ότι έχουμε απολέσει τον ενήλικο εαυτό μας και έχουμε ξαναγίνει το μικρό παιδί που ήμασταν κάποτε, που ζητιάνευε για λίγα ψίχουλα προσοχής και αγάπης από τους ασυγκίνητους γονείς του. 
Είναι το πιο χαμηλό και σκοτεινό σημείο του κύκλου στον οποίο είμαστε παγιδευμένοι: Επιθυμούμε ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονται για εμάς ούτε μπορούν να καλύψουν τις συναισθηματικές μας ανάγκες και, κόντρα σε όλες τις ενδείξεις, αγωνιζόμαστε να καταφέρουμε το ακατόρθωτο: να τους κάνουμε να μας αγαπήσουν.   

ΕΡΩΤΕΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΓΥΡΙΖΟΥΝ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ 
Η αίσθηση αποτυχίας και ματαίωσης μας κάνει, κάποιες φορές, να τα βάζουμε με τον άλλον. 
Αισθανόμαστε ότι είναι δικό του το φταίξιμο που εμείς αποκλειστήκαμε από την αγάπη, αλλά συχνά γινόμαστε άδικοι. 
Ο άλλος είναι απλώς άλλος, έχει τα δικά του πράγματα μέσα στο κεφάλι του και ζει στη δική του πραγματικότητα. 
Παραξενεύεται, προσπαθεί να καταλάβει ή αδιαφορεί, αλλά όλη αυτή η ιστορία, σε μεγάλο βαθμό, είναι το δικό μας πρόγραμμα που παίζει, η δική μας ατζέντα που έχει τεθεί σε εφαρμογή από την πρώτη στιγμή.   

Εντάξει, δεν είναι όλοι αγγελούδια. 
Υπάρχουν άνθρωποι που βλέποντας το δικό μας δράμα να ξετυλίγεται, θα πάρουν αποστάσεις είτε από ευσυνειδησία είτε επειδή δεν τους αφορά. Υπάρχουν όμως και κάποιοι άλλοι που θα αποπειραθούν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση. 
Τα τυφλά μας σημεία – η χαμηλή αυτοεκτίμηση, η υπερβολική τάση να δίνουμε, η μεγάλη ανάγκη για αγάπη – αποτελούν μαγνήτες για ανθρώπους που παλεύουν με τους δικούς τους δαίμονες ή, τέλος πάντων, για ανθρώπους που δεν έχουν τόσο αγνές προθέσεις.  
Πάντως εμείς, ακόμα και αν βρεθούν στο δρόμο μας άνθρωποι με καλές προθέσεις και διάθεση ανταποδοτικότητας, φροντίζουμε να φερθούμε με απελπισμένους, επιθετικούς ή αποκρουστικούς τρόπους προκειμένου να σαμποτάρουμε τη σχέση. 

Αφενός, η «κατάκτηση» ενός διαθέσιμου συντρόφου είναι μια κούφια νίκη καθώς δεν μας συγκινεί με τον ίδιο τρόπο που μας συγκινεί η «κατάκτηση» ενός δύσκολου συντρόφου και, αφετέρου, η υπόνοια ότι υπάρχει περίπτωση το όνειρο της αγάπης να γίνει επιτέλους πραγματικότητα, παραδόξως, μας τρομοκρατεί. 
Έχουμε καεί από την αγάπη – την πρώτη φορά που αγαπήσαμε πήραμε ως αντάλλαγμα μόνο πόνο. 
Την επιθυμούμε και την αναζητούμε μεν, αλλά δεν ξεχνάμε ότι συνοδεύεται από πολύ υψηλό τίμημα. 
Απορρίπτουμε πρώτοι ή ενορχηστρώνουμε την απόρριψη μας επειδή ξέρουμε ότι, αργά ή γρήγορα, είναι αναπόφευκτο να πληγωθούμε, απορριφθούμε ή εγκαταλειφθούμε ξανά. 
Εξάλλου, δεν έχει τόση σημασία αν ο άλλος είναι «καλός» ή «κακός». 
Εμάς αυτό που μας ενδιαφέρει είναι, φεύγοντας, να επιβεβαιώσει όλες τις θεωρίες που έχουμε στο κεφάλι μας. 
Όποιος κι αν είναι εκείνος, εμείς σχετιζόμαστε μαζί του και σκηνοθετούμε τη σχέση με τέτοιο τρόπο, ώστε σαν αυτοεκπληρούμενη προφητεία, να επιβεβαιωθούν όλες οι αρνητικές σκέψεις που κάνουμε για τον εαυτό μας: «Όσοι αγαπώ στο τέλος με προδίδουν και με εγκαταλείπουν – κανείς δεν μπορεί να με αποδεχτεί – δεν έχω τίποτα καλό – δεν αξίζω να αγαπηθώ». 

Οι προφητείες επαληθεύονται και οι δυσάρεστες αισθήσεις που υποτίθεται θα διαλύονταν έρχονται στην επιφάνεια με τον πιο άγριο τρόπο. 
Η ντροπή και ο πόνος που ενεργοποιούνται, χωρίς αμφιβολία, αφορούν την «εδώ και τώρα» σχέση αλλά, συγχρόνως, αφορούν και την ακόμα πιο επίπονη «εκεί και τότε» σχέση. 
Είναι ντροπή πάνω στην ντροπή και πόνος πάνω στον πόνο. 
Γι” αυτό είναι τέτοια η συντριβή που «αντικειμενικά» δεν εξηγείται. 
Γι” αυτό, ενώ είμαστε «μεγάλοι», υποφέρουμε και είμαστε απαρηγόρητοι σαν μικρά παιδιά. 
Γι’ αυτό, όσα βήματα κι αν έχουμε κάνει μέχρι εκείνη τη στιγμή, όσο κι αν νομίζουμε ότι έχουμε αφήσει πίσω τα φαντάσματα, νιώθουμε, ξαφνικά, να βρισκόμαστε πάλι στο μηδέν.   

ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΛΥΣΗ 
Είμαστε στο μηδέν θα πει δεν έχει μείνει τίποτα όρθιο από όσα θεωρούσαμε ως δεδομένα και δεν υπάρχει τίποτα γνώριμο στο οποίο να μπορούμε να επιστρέψουμε. 
Αν βρεθούμε στο μηδέν εξαιτίας μιας σχέσης δεν είναι απαραίτητο να φοβηθούμε – ίσως είναι για καλό. 
Ίσως είναι μια εμπειρία αφύπνισης που κάτι προσπαθεί να μας πει, που κάτι προσπαθεί να μας κάνει να καταλάβουμε.  
Ίσως ότι η έλλειψη αγάπης στην παιδική ηλικία είναι ένα τελεσίδικο γεγονός – ότι δεν πρόκειται να αλλάξει, να διορθωθεί ή να αναπληρωθεί ποτέ. 
Οι μάχες που δίνουμε για να καλύψουμε το κενό παίρνοντας επιβεβαίωση από τους άλλους είναι απλώς χαμένες μάχες. 

Είναι τραγικό αλλά είναι αυτό που συνέβη. 
Δεν ευθυνόμαστε εμείς γι’ αυτό ούτε είχαμε κάτι στραβό πάνω μας που το προκάλεσε. 
Είναι κάτι που μας έτυχε και δεν είναι απαραίτητο να μισούμε τον εαυτό μας γι’ αυτό ούτε να το αφήσουμε να καθορίζει τη ζωή μας. 
Είναι σκληρές αλήθειες. 
Όμως αν δεν μπορέσουμε να τις αποδεχτούμε και να πενθήσουμε γι’ αυτές, είναι αμφίβολο αν θα καταφέρουμε ποτέ να ξεκολλήσουμε ή να προχωρήσουμε. 

Δεν είναι περίπατος στο λιβάδι, δεν γίνεται από τη μία μέρα στην άλλη ούτε γίνεται με τον ίδιο τρόπο για τον  καθένα.
Είναι όμως απαραίτητη διαδικασία προκειμένου να φτάσουμε στο σημείο να τροφοδοτούμε εμείς οι ίδιοι τον εαυτό μας με αγάπη και αποδοχή και, συνάμα, να γίνουμε οι καλοί γονείς που το μικρό παιδί μέσα μας ποτέ δεν γνώρισε. 
Στα απόνερα αυτών των σχέσεων μάς δίνεται μια σπάνια ευκαιρία και είναι κρίμα να μείνει ανεκμετάλλευτη. 
Αν θάψουμε πάλι το παρελθόν είναι σαν να καταδικάζουμε τον εαυτό μας να το επαναλαμβάνει ισοβίως. 
Αν δεν κάνουμε κάτι με τη γνώση που αποκομίσαμε και δεν σπάσουμε το φαύλο κύκλο, μια ίδια κι απαράλλαχτη σχέση μας περιμένει στην αμέσως επόμενη γωνία…

Διαβάστε περισσότερα στο Ψυχολογώ: http://www.vivifatourou.gr/2014/10/blog-post-8.html