Ψυχολογικά τραύματα...

Η διαταραχή μετατραυματικού στρες αρχικά εντοπίστηκε σε άτομα που είχαν βιώσει γεγονότα που βρίσκονταν έξω από το εύρος της συνηθισμένης ανθρώπινης εμπειρίας, όπως στρατιώτες που είχαν εμπειρία μάχης και άτομα που είχαν υποβληθεί σε βασανιστήρια. Σήμερα είναι γνωστό ότι μετατραυματικά σύνδρομα αναπτύσσουν άτομα που έχουν εκτεθεί, πρόσφατα ή και παλαιότερα, σε κάποια εξαιρετικά στρεσογόνο κατάσταση κατά την οποία ένιωσαν τρόμο επειδή απειλήθηκε η ζωή ή η σωματική ακεραιότητα των ίδιων ή άλλων ατόμων. Σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, τα θύματα τροχαίων ατυχημάτων, φυσικών και μη καταστροφών, τα θύματα βιασμών, ληστειών, ξυλοδαρμών κ.α. αλλά και όσοι τυγχάνουν μάρτυρες τέτοιων γεγονότων που συμβαίνουν σε άλλους, κυρίως κοντινούς τους, μπορεί να τραυματιστούν ψυχολογικά. Ακόμα και η διάγνωση μιας σοβαρής ασθένειας  μπορεί να προκαλέσει σοβαρό στρες, ικανό να επιφέρει τραύμα.

Τα βασικά συμπτώματα της διαταραχής είναι η υπερδιέγερση (ένταση, αϋπνία, υπερεπαγρύπνηση, υπερβολική αντίδραση ξαφνιάσματος, δυσκολία συγκέντρωσης, ξεσπάσματα), η εισβολή αναμνήσεων του γεγονότος (εφιάλτες, αναμνήσεις που μοιάζουν με επαναβίωση του γεγονότος, οδυνηρές υπενθυμίσεις των τραυματικών γεγονότων από ακίνδυνα ερεθίσματα) και η συρρίκνωση της ζωής (αποφυγή αναμνήσεων, συζητήσεων, χώρων κλπ, που σχετίζονται με το τραυματικό γεγονός, φόβος να είναι κανείς μόνος, αδιαφορία για αγαπημένες δραστηριότητες, αισθήματα αποξένωσης από τους άλλους, αίσθηση στίγματος, περιορισμός του συναισθήματος).

Οι παραπάνω  αντιδράσεις είναι βέβαια φυσιολογικές ανθρώπινες αποκρίσεις απέναντι σε ακραίες συνθήκες και τέτοια συμπτώματα μπορεί να έχουν άνθρωποι που δεν έπασχαν ποτέ άλλοτε από κάποια ψυχική διαταραχή.  Συνήθως τα συμπτώματα αρχίζουν αμέσως μετά το τραυματικό γεγονός και στις μισές περιπτώσεις υποχωρούν μέσα στους 3 πρώτους μήνες. Συχνά όμως τα συμπτώματα επιμένουν και  φαίνεται να υπάρχει μια αντιστοιχία, δηλαδή μια σχέση «δόσης/αποτελέσματος», ανάμεσα στη βαρύτητα του ψυχικού τραυματισμού (απειλή της ζωής, διάρκεια έκθεσης, ένταση του στρεσογόνου παράγοντα, ηλικία) και τη σοβαρότητα της διαταραχής

Τα στρεσογόνα γεγονότα των οποίων αιτία είναι ο άνθρωπος προκαλούν πολύ μεγαλύτερη οδύνη. Τα τραύματα μάλιστα που προέρχονται από μακροχρόνια και επαναλαμβανόμενη κακοποίηση (π.χ. οικογενειακή βία, κακοποίηση γυναικών) είναι βαριά και το τραυματικό σύνδρομο είναι χρόνιο και σοβαρό. Τα θύματα πάσχουν κατά κανόνα από κατάθλιψη και έχουν συχνά σκέψεις αυτοκτονίας. Νιώθουν ντροπή και έχουν την αίσθηση ότι έχουν στερηθεί την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ότι δεν είναι πια ίδιοι με τους άλλους ανθρώπους. Αποφεύγουν να θυμούνται το παρελθόν– η ζωή τους μοιάζει σαν ιστορία φτιαγμένη από θραύσματα αναμνήσεων, αφού ολόκληρη η αφήγησή της τους είναι ανυπόφορη. Δεν σχεδιάζουν το μέλλον γιατί η ελπίδα τούς θυμίζει όλες τις απώλειες που έχουν υποστεί. Πάσχουν από πολλά σωματικά συμπτώματα και έχουν χάσει την βασική αίσθηση ηρεμίας του σώματος- υπάρχει συνεχής ένταση ή ενοχλήσεις.

Ένα παράξενο σύμπτωμα είναι επίσης η αίσθηση αποσύνδεσης από τον εαυτό, που βιώνεται πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της τραυματικής εμπειρίας. Φαίνεται σαν η φύση να έχει δώσει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να αποσυνδέονται από τον εαυτό τους όταν μια κατάσταση είναι ταυτόχρονα ανυπόφορη και αναπόδραστη και να βιώνουν τα γεγονότα σαν να συμβαίνουν σε κάποιον άλλο.

Έτσι, τα θύματα κακοποίησης μερικές φορές χρησιμοποιούν αυτήν την παράξενη ικανότητα για να αντιμετωπίζουν στρεσογόνες καταστάσεις του παρόντος. Το σπουδαιότερο πάντως είναι ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν τόσο πολύ συγκλονιστεί από την επαναλαμβανόμενη κακοποίηση που έχουν χάσει την πίστη τους στο νόημα της ζωής και στην καλοσύνη των ανθρώπων. Οι σχέσεις τους είναι σοβαρά διαταραγμένες. Μπορεί να ταλαντώνονται ανάμεσα στην ανάγκη για στενή σχέση με κάποιον που θα τους «σώσει» και στην πανικόβλητη οπισθοχώρηση σε μια κατάσταση απόσυρσης και απομόνωσης. Κινδυνεύουν μάλιστα να πέσουν και πάλι θύματα κακοποιητικών σχέσεων, καθώς η πολύ χαμηλή αυτοεκτίμησή τους δεν τους βοηθά να διεκδικήσουν τον σεβασμό και την αμοιβαιότητα που υπάρχουν στις υγιείς σχέσεις. Από την άλλη, ο χρόνιος περιορισμός της πρωτοβουλίας τους τούς καθηλώνει στην ανημπόρια και συνήθως στην απόκρυψη του γεγονότος ότι κακοποιούνται.

Για τα παιδιά που έχουν κακοποιηθεί, το τραύμα και οι συνέπειές του είναι ακόμα πιο σοβαρές. Μεγαλώνοντας μέσα σε ένα κακοποιητικό περιβάλλον, τα παιδιά αυτά βρίσκονται μπροστά σε έναν άθλο ανάπτυξης: να μπορέσουν να βρουν μια επίφαση ασφάλειας μέσα σε μια κατάσταση που τα τρομοκρατεί ˙  να μάθουν να ρυθμίζουν τις σωματικές λειτουργίες τους και να βρίσκουν καθησυχαστικές ρουτίνες μέσα σε ένα περιβάλλον χαοτικό˙  να αποκτήσουν αυτοπειθαρχία και σεβασμό για τους κανόνες όταν οι γονείς τους καταπατούν βασικά δικαιώματά τους ˙ να αναπτύξουν την πρωτοβουλία και την εργατικότητά τους μέσα σε συνθήκες τυραννίας και αυθαιρεσίας˙  να αναπτύξουν μια αίσθηση εαυτού και την ικανότητα για προσφορά αγάπης μέσα σε ένα τοπίο με σχέσεις παραμορφωμένες και παθολογικές.

Οι άνθρωποι που έχουν υποστεί σοβαρά τραύματα, κυρίως όσοι είναι θύματα παρατεταμένης κακοποίησης, έχουν μεγάλη ανάγκη να νιώσουν ασφαλείς, να ενδυναμωθούν, να βγουν από την απομόνωση και να επιστρέψουν μέσα σε ένα κοινωνικό δίκτυο που θα τους στηρίξει και θα τους σέβεται. Χρειάζεται να νιώσουν ότι έχουν πάλι αξιοπρέπεια, να χτίσουν έναν εαυτό πιο συνεκτικό και ανθεκτικό, να βρουν ξανά την πίστη τους στη ζωή και στην ανθρωπιά. Η επίτευξη αυτών των στόχων περνάει μέσα από την ψυχοθεραπεία. Μέσα σε μια σχέση που διαπνέεται από ασφάλεια και εμπιστοσύνη μπορεί η αφήγηση του τραύματος, της ντροπής και της ανημπόριας να μετασχηματιστεί σε μια ιστορία επιβίωσης και περηφάνιας για τη δύναμη του ανθρώπου να υπερβαίνει και τα δυσκολότερα.
Βιβλιογραφία
J. Herman, Trauma and Recovery: The Aftermath of Violence–from Domestic Abuse to Political Terror, Basic Books, N.Y., 1997
Μαρία Γιατρουδάκη
Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια