Πώς γνωρίζουμε τον κόσμο;

1.Γνωρίζουμε αναμφίβολα τον συνειδησιακό μας κόσμο τον οποίο ονομάσαμε “υποκειμενικό” και με τον οποίο έχουμε άμεση επαφή. Γνωρίζουμε επίσης πως υπάρχει έξω ή κάτω από αυτόν, κάτι που ονομάσαμε υλικός κόσμος ή αντικειμενικός. Αυτόν δεν τον γνωρίζουμε άμεσα όπως τον πρώτο παρά μόνο μέσω των αναπαραστάσεων κι εντυπώσεων που οι αισθήσεις μας παράγουν στον νου μας. Έτσι δεν τον ξέρουμε καθαυτό (Ding an Sich) όπως είπε ο Καντ.

Σημειώσαμε το παράδοξο ή την αντίφαση στην επιστημονική εμπειρία που ενώ θεωρητικά δέχεται την αδιαμφισβήτητη θέση του Καντ, εντούτοις νομίζει, ή τουλάχιστον οι πλείστοι επιστήμονες νομίζουν πως κατέχουν τη γνώση του αντικειμενικού κόσμου ή πως με την τεχνολογική πρόοδο θα έχουμε την ορθή γνώση του.

Πάντως, για την ώρα (2015-16) όλες οι θεωρίες προσκρούουν στον τοίχο των επισημάνσεων του Καντ: γνωρίζουμε μόνο τις αναπαραστάσεις στο πεδίο της επίγνωσής μας.

Σήμερα θα εξετάσουμε ακόμα ένα πελώριο παράδοξο.

2. Πριν λίγες μέρες, μια γνωστή μου κοπέλα ζήτησε από το τηλέφωνο τη συμβουλή μου για ένα θέμα κι εγώ είπα μερικά πράγματα και η κοπέλα έδρασε μερικώς σύμφωνα με τα λόγια μου.
Σήμερα σκέφθηκα πως υπήρχε κάτι ακόμα που θα μπορούσα να πω. Όμως το περιστατικό πέρασε, το γεγονός έληξε. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να επιστρέψω σε κείνη την ώρα και να πω τα πρόσθετα λόγια, αλλάζοντας το περιστατικό. Χάθηκε!

Πού πήγε; Τι είναι αυτό το απρόσιτο παρελθόν και πού κατοικοεδρεύει;

Παρόμοια δυσκολία έχουμε με το μέλλον. Και αυτό είναι απρόσιτο εκτός από τη στιγμή που φανερώνεται και αμέσως μετά περνά στο παρελθόν και χάνεται.

Δεν μπορούμε να σκεφθούμε τον κόσμο και τη ζωή δίχως τον χρόνο. Όλα περνούν καθώς εμφανίζονται στιγμιαία από το απρόσιτο μέλλον κι εξαφανίζονται πάλι στο απρόσιτο παρελθόν.

Υπάρχει μόνο το παρόν.

Όμως και το παρόν έχει δυσκολίες. Είναι τόσο γλιστερό. Δεν είναι στάσιμος χρόνος αλλά μεταβαίνει ακατάπαυστα, ασυγκράτητα στο παρελθόν.

3. Κάθε κίνηση στον χώρο συνοδεύεται από την αίσθηση παροδικού χρόνου. Ακόμα και δίχως κίνηση στον χώρο υπάρχει κάποια αίσθηση κίνησης του χρόνου.
Αλλά βέβαια δεν υπάρχει κάτι που να προσδιορίζεται ως χρόνος, όπως οποιοδήποτε πράγμα, όπως ο αέρας ή το νερό, όπως ο νους ή το συναίσθημα.

Δεν υπάρχει “χρόνος” κι ας λέμε πως τρέχει, φεύγει, πιέζει και παρόμοια.

Από μια άποψη εμείς δημιουργούμε τον ανύπαρκτο χρόνο. Η πραγματικότητα του σύνολου κόσμου είναι συνεχόμενη και σταθερή. Την διαιρούμε σε ξεχωριστές στιγμές για να την αντιληφθούμε: την αναπαριστούμε στον εαυτό μας ως μια άπειρη σειρά ξεχωριστών στιγμών δίχως γνωστή αρχή από τις οποίες για μας υπάρχει μόνο μια – το παρόν!

Αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα σαν μέσα από μια σχισμή – το παρόν.

Εκείνο που είδαμε μα τώρα πέρασε ανεπιστρεπτί το λέμε παρελθόν. Εκείνο που δεν βλέπουμε μα περιμένουμε να δούμε, το λέμε μέλλον.

Έτσι η αίσθηση παροδικού χρόνου συνδέεται άρρηκτα και με την ιδέα της αιτιότητας και της λειτουργικής αλληλεξάρτησης ή διαδοχής γεγονότων καθώς ένα φαινόμενο μας φαίνεται να είναι αποτέλεσμα άλλου ή άλλων και με τη σειρά του γίνεται αιτία για άλλο ή άλλα, όπως εμείς αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα μέσα από τη σχισμή μας του παρόντος.

Εδώ βρίσκεται το πελώριο παράδοξο.

4. Η άνοιξη πέρασε με τον οργασμό βλάστησης, λουλουδιών και νέων φρούτων. Δεν υπάρχει πια!

Τώρα είμαστε στον Ιούνιο ή Αύγουστο, στα χρυσάφια του καλοκαιριού.
Το φθινόπωρο δεν ήρθε ακόμα. Δεν υπάρχει, μα είμαστε βέβαιοι πως θα υπάρξει.

Μα πώς θα υπάρξει κάτι που δεν υπάρχει; Και πώς έχει πάψει να υπάρχει κάτι που, όπως η περασμένη άνοιξη, υπήρξε τόσο έντονα και αναμφισβήτητα;

Αν το παρελθόν δεν υπάρχει και το μέλλον δεν υπάρχει, τότε τι υπάρχει;

Υπάρχει λέμε το παρόν.


Μα και το παρόν γλιστρά και χάνεται μόλις εμφανισθεί, προτού μπορέσουμε να το γευθούμε, χωρίς να μπορούμε να το συγκρατήσουμε – παρά μόνο ως ανάμνηση που θα ξεθωριάσει. Μήτε το παρόν υπάρχει, αν το εξετάσουμε αυστηρά: δεν έχει μέγεθος, διάρκεια!

Εκείνο που πράγματι συλλαμβάνουμε ή αντιλαμβανόμαστε πάντα είναι το παρελθόν – που όμως έχει πάψει να υπάρχει!

Τέτοια είναι η κοινή συνηθισμένη θεώρησή μας, η προσέγγισή μας του κόσμου. Κι εδώ πρέπει να παραδεχθούμε πως ο κόσμος δεν υπάρχει. Ή υπάρχει σε μια φαντασμαγορία ψευδαπατών που αστράφτουν στιγμιαία στην αντίληψή μας κι εξαφανίζονται.

Και αυτό δεν είναι απλώς παράδοξο μα ο έσχατος παραλογισμός.

Πώς ξεφεύγουμε από αυτόν τον εφιάλτη;

από τον Νικόδημο  πηγη