Το κορίτσι με το κόκκινο φόρεμα.

Αυτή η ιστορία αναφέρεται σε μια εποχή, πολλά χρόνια πριν. Όταν ο κόσμος ζούσε στην ησυχία της εξοχής και όχι στην φασαρία των μεγάλων πόλεων. Όταν οι αγρότες έβγαζαν το ψωμί τους απ την εύφορη γη και οι βοσκοί από τα αμέτρητα κοπάδια τους.

Ήταν λοιπόν ένας νέος τότε, εργατικός και πολύ τίμιος. Έκανε τις δουλειές του με συνέπεια και ποτέ δεν είχε παράπονο από κανέναν, ούτε και κανένας από αυτόν. Το καλοκαίρι χαιρόταν τον ήλιο, κι ας του ταλαιπωρούσε την πλάτη με την λαύρα του ενώ τον χειμώνα, καλοδεχόταν  το κρύο και την βροχή που πότιζε την γη του.

Εκείνο τον καιρό, ο αγρότης, ταξίδευε συχνά σε διάφορα μέρη με το κάρο του. Σκοπός του ήταν  να πουλήσει από χωριό σε χωριό τα προϊόντα του, που για να λέμε την αλήθεια, ήταν πρώτης ποιότητος. Ξεκινούσε νωρίς το πρωί και γυρνούσε στο σπίτι του αργά το βράδυ. Ο ήλιος είχε φτάσει ψηλά όταν ο αγρότης με την πραμάτεια του πέρασε από μια ρεματιά. Ξαφνικά, το ταλαιπωρημένο του αμάξι έκανε ένα κρότο και να σου η μια ρόδα σε δυο κομμάτια. Σταμάτησε όπως ήταν επόμενο και κατέβηκε να δει το μέγεθος της ζημιάς. Ευτυχώς δεν ήταν από εκείνους που τα έπαιρναν όλα στραβά και η ζημιά επιδιορθωνόταν.

«Δεν βαριέσαι» είπε στον εαυτό του «Τι να σου κάνει και τούτο το αμάξι. Πάνω κάτω κάθε μέρα, κάποια στιγμή θα την πάθαινε τη ζημιά. Άντε καλό μου αμαξάκι θα σε φτιάξω και μέσα σε λίγη ώρα θα τον συνεχίσουμε τον δρόμο μας.»

Έτσι, πήρε τα εργαλεία του, εκείνα που πάντα είχε μαζί του, και ξεκίνησε να μαστορεύει. Κάτι όμως τον τραβούσε κατά το ρέμα, και όλο του κέντριζε το μυαλό. Η σκιά ήταν παχιά και το αεράκι δροσερό. Το νερό κυλούσε γάργαρο και κρύο, και παρά το γεγονός πως ο αγρότης ούτε ζεσταινόταν αλλά ούτε και διψούσε, κάτι τον έκανε να θέλει να σταματήσει για λίγο την δουλειά. Προσπαθούσε όμως να ξεμπερδέψει με τον σπασμένο του τροχό, ώστε να καταφέρει να συνεχίσει το δρόμο του. Εν το μεταξύ το αλογάκι του ήταν λίγο ανήσυχο.  Αυτό κάπως τον προβλημάτιζε. Είχε ακούσει φήμες που έλεγαν πως σε τέτοιου είδους μέρη είναι επικίνδυνο να σταματάς τα μεσημέρια αλλά και τις νύχτες. Οι νεράιδες, έλεγαν κάποιοι, μπορούσαν να σε μαγέψουν και να χαθείς για πάντα.  Είχε ακούσει για κάποιους μαγεμένους που είχαν χάσει την λαλιά τους και κάποιοι άλλοι το φως τους, ενώ ένας άλλος σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός γέρου, πως ύστερα από μια τέτοια συνάντηση με τις νεράιδες έχασε τα λογικά του. Σαν τα σκέφτηκε όλα αυτά όμως γέλασε μόνος του. Εν τω μεταξύ, ο τροχός της άμαξας ήταν επισκευασμένος τώρα, γερός και έτοιμος για δρόμο.

«Παραμύθια για τα παιδιά είναι όλα αυτά» σκέφτηκε. Άφησε το σφυρί του κάτω, τέντωσε τα χέρια του να ξεκουραστεί και πήρε τον κουβά. «Ευκαιρία να πιάσω και λίγο νερό να ποτίσω κι εσένα» είπε στο ζωντανό του και κίνησε κατά το ρέμα. Ήταν πολύ ωραία κάτω απ τα δέντρα και έτσι όπως κελάρυζε το νερό στάθηκε για λίγο να θαυμάσει αυτή την ομορφιά της φύσης. Έσκυψε ύστερα και γέμισε τον κουβά και αφού ξεμπέρδεψε, ο αγρότης, σηκώθηκε ξανά να πάει στο κάρο με το άλογο του.

«Πρέπει να το πληρώσεις το νερό που πήρες» ακούστηκε μια φωνή και ο αγρότης ξαφνιασμένος κοντοστάθηκε και γύρισε να δει από πού ήρθε, καθαρή σαν το κρύσταλλο αλλά αυστηρή σαν λεπίδα. Μια γυναίκα στεκόταν στην άλλη όχθη του ρέματος, τυλιγμένη με κόκκινο σαν το αίμα φόρεμα και μαντίλι στο πυρόξανθο της κεφάλι. Το πρόσωπο της ήταν όμορφο, μα είχε μια σκληράδα στα μάτια. Ο αγρότης, που όπως είπαμε ήταν άνθρωπος που δεν έπαιρνε εύκολα τα πράγματα στραβά κοίταξε την άγνωστη γυναίκα και χαμογέλασε.

«Να το πληρώσω;» ρώτησε «Από πότε πρέπει ένας άνθρωπος να πληρώνει ένα αγαθό σαν το νερό. Ένα αγαθό που το έχει προσφέρει ο Θεός, ρίχνοντας το στην γη με το κανάτι για την γη και όλα τα πλάσματα. Αν θες να ξέρεις εγώ έχω το παγούρι μου γεμάτο. Τούτο εδώ το νερό το μάζεψα για το ζωντανό μου και όχι για εμένα.»

«Το νερό αυτό περνά απ το δικό μου το ποτάμι. Είτε για την αφεντιά σου, είτε για το άλογο σου, πρέπει να το πληρώσεις»

«Απ το δικό σου το ποτάμι;» ρώτησε ξανά, αυτή την φορά σαστισμένος «Και πια είσαι εσύ όμορφη κυρά μου; Μένεις εδώ γύρω; Ποιο είναι το όνομα σου;»

«Είμαι η Κόκκινη Κυρά, και αυτό είναι το σπίτι μου. Υπάρχω εδώ χρόνια πολλά, πριν εσύ ακόμα γεννηθείς. Αυτό το νερό περνά απ το σπίτι μου όπως είπα και πριν, και αφού το πήρες, τώρα πρέπει να το πληρώσεις.»

Ο αγρότης γέλασε σαν άκουσε αυτά. Σκέφτηκε πως αυτή η Κόκκινη Κυρά όπως λεγόταν δεν θα έστεκε στα καλά της.  Δεν ήθελε όμως να προσβάλει κανέναν και για αυτό δεν την κορόιδεψε.

«Πολύ ωραία λοιπόν» είπε «Έχω στο πουγκί μου πολλά ασημένια νομίσματα και χάλκινα επίσης. Πες μου τι χρωστώ για το νερό που πήρα. Άντε γιατί έχω και μια δουλειά να τελειώσω και ύστερα να τραβήξω τον δρόμο μου.»

«Η τιμή γι αυτό το νερό δεν υπολογίζεται με ασημένια και χάλκινα νομίσματα, μήτε με χρυσά»

«Και τότε τι είναι αυτό που θέλεις;» αποκρίθηκε παραξενεμένος ο αγρότης.

«Αφού το νερό είναι για το άλογο σου, τότε η πληρωμή μου θα είναι το άλογο.»

Ο αγρότης γέλασε, αυτή την φορά δυνατά και γάργαρα. Μα ήταν δυνατόν; Τι παράξενα πράγματα άκουγε;

«Μπα σε καλό σου Κόκκινη Κυρά. Μα αν σου δώσω το άλογο μου τότε εγώ τι θα κάνω; Θα  σέρνω το κάρο όλη την μέρα μόνος μου; Ή μήπως να το αφήσω εδώ; Μέχρι να φέρω άλλο ζώο πάει η μέρα, πέρασε. Κι αν  κάποιος περάσει όσο θα λείπω; Αν το δει μοναχό του τότε θα μου το κλέψει, κι εγώ βγάζω το ψωμάκι μου με αυτό τον τρόπο. Δεν μου τα λες καλά. Πολλά ζητάς για δυο χούφτες νερό» Είπε στο τέλος.

«Πήρες απ το νερό μου όμως, και εγώ όπως και να χει θα πληρωθώ.»

Τώρα ο αγρότης είχε αρχίσει να κουράζεται απ την επιμονή της παράξενης γυναίκας. «Άκουσε με τι έχω να σου πω. Θα αφήσω το νερό στη θέση του και θα τραβήξω το δρόμο μου.» είπε σοβαρός και γύρισε τον κουβά ανάποδα. Τότε όμως είδε πως όχι νερό έπεσε στο ποταμάκι, μα καφετιά λάσπη. Κοίταξε αυτό το παράξενο φαινόμενο, λίγο τρομαγμένος για να λέμε την αλήθεια μα σκέφτηκε λίγο πριν κρίνει πως όλα αυτά θα μπορούσαν να οφείλονται στις γητειές της Κόκκινης Κυράς. Ίσως να ήταν μάγισσα, ίσως όμως αυτός να μην καλοείδε όταν γέμιζε τον κουβά. Μάλλον τα μάτια του τον γελούσαν, σκέφτηκε.

«Σαν βγει το νερό απ το ποτάμι, δεν ξαναμπαίνει ίδιο» είπε εκείνη.

«Άκου να σου πω Κόκκινη Κυρά, ή όπως αλλιώς μπορεί να σε λένε» είπε τώρα νευριασμένος ο αγρότης «σαν πολλά μου τα πες. Να σου δώσω ολόκληρο άλογο για ένα κουβά λασπόνερα παραπάει. Αρκετά καθυστέρησα με εσένα και την παραξενιά σου. Εγώ φεύγω κι εσύ κάτσε εδώ, στο ποτάμι σου. Αν θες την γνώμη μου όμως, βούτα το κεφάλι σου στο νερό μπας και συνέρθεις γιατί δεν τα λες καλά. Άντε μπράβο.» είπε φουρκισμένος ο αγρότης και γύρισε να φύγει μονολογώντας.

«Τότε η κατάρα μου θα σε κυνηγά» είπε η γυναίκα. Ο αγρότης την άκουσε μα δεν έδωσε σημασία. Δεν ήταν από εκείνους που πίστευαν σε αυτά τα πράγματα. Όταν έφτασε στην δημοσιά, πήρε το παγούρι του και πότισε το άλογο του απ το δικό του το νερό. Ανέβηκε στο κάρο και τράβηξε για την δουλειά του. Η μέρα περνούσε κι εκείνος πήγε απ το ένα μέρος στο άλλο, όπως συνήθιζε άλλωστε. Εκείνη όμως την μέρα το εμπόρευμα του έμεινε απούλητο.

«Δεν βαριέσαι» είπε «θα φταίει η ζημιά που έπαθα. Πέρασε η ώρα και οι πελάτες μου αγόρασαν από αλλού. Κι αύριο μέρα είναι.» Έτσι, γύρισε αργά το βράδυ στο σπίτι του, λίγο απογοητευμένος και κουρασμένος. Με τα πολλά και με τα λίγα έπεσε για ύπνο. Πριν φωτίσει όμως η καινούρια μέρα, εκείνος ήταν στο πόδι. Είχε γεμίσει το κάρο του και όταν ο ήλιος βγήκε απ τα βουνά είχε ήδη ξεκινήσει. Όλη μέρα στους δρόμους και τα χωριά, δυστυχώς όμως κανένας δεν αγόρασε τίποτε, ούτε ραπανάκι. Ο κόσμος περνούσε, έριχνε μια ματιά στην πραμάτεια του και έφευγε. Νύχτωσε και με βαριά την καρδιά του γύρισε στο σπίτι. «Μπα σε καλό μου» έλεγε στο εαυτό του απογοητευμένος. Ύστερα όμως το ξανασκέφτηκε και η καρδιά του ξαλάφρωσε «Και αύριο μέρα είναι» είπε.

Η επόμενη μέρα ήρθε, και εκείνος ξεκίνησε για άλλη μια φορά να πάει στην δουλειά του. Δυστυχώς όμως, το βράδυ γύρισε στο σπίτι του φορτωμένος όπως έφυγε. Δεν είχε πουλήσει τίποτε απολύτως. Ο φουκαράς ο αγρότης πήγε να σκάσει απ την στενοχώρια του. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι λάθος έκανε και ο κόσμος δεν αγόραζε από αυτόν. Τα πράγματα του ήταν πρώτης ποιότητας κι εκείνος όπως πάντα στην ώρα του. Η στενοχώρια του μεγάλωσε περισσότερο δε όταν οι μέρες περνούσαν και η κατάσταση παρέμενε η ίδια. Τότε άρχισε να σκέφτεται αυτό που του είχε συμβεί με την παράξενη γυναίκα στην ρεματιά.

«Μωρέ λες η κατάρα της να έπιασε τόπο;» έλεγε στον εαυτό του και ξανάλεγε. Έτσι αποφάσισε να βρει μια γριά γυναίκα που ήξερε από μάγια. Αν και δεν πίστευε σε αυτά, πάνω στην απόγνωση του, έβαλε την λογική στην άκρη και έψαξε για εκείνη. Η γριά μάγισσα, όπως την έλεγαν, ζούσε σε ένα σπίτι μόνη και απομακρυσμένη από τον υπόλοιπο κόσμο. Τον δέχτηκε και εκείνος κάθισε απέναντι της. Της είπε τον καημό του όπως επίσης και για την συνάντηση της με την Κόκκινη Κυρά.

«Είναι πλάσμα του δάσους αυτό που συνάντησες, μια νεράιδα που φανερώνεται κάποιες φορές με την καλή της μορφή και κάποιες άλλες πολύ μοχθηρή. Έπρεπε να της δώσεις το άλογο σου» του είπε εκείνη με φόβο στα μάτια. «Τώρα η κατάρα της θα σε σκεπάζει κι εσύ δεν θα μπορείς να ξεφύγεις από αυτήν.»

«Τι πρέπει να κάνω;» ρώτησε ο αγρότης σαστισμένος «Αν πάω να την βρω και της δώσω το άλογο μου, τότε θα με αφήσει στην ησυχία μου;»

«Δεν ξέρω» είπε η μάγισσα «Είναι παράξενα πλάσματα αυτά και πολύ ιδιότροπα. Να πας να προσπαθήσεις όμως. Κάποιες ιστορίες λένε πως αν καταφέρεις να της πάρεις το μαντήλι απ το κεφάλι θα λυθεί η κατάρα. Είναι δύσκολες υποθέσεις όμως αυτές. Και τώρα φύγε. Έχω και άλλες δουλειές να κάνω.» είπε στο τέλος και αφού ο αγρότης την πλήρωσε, έφυγε με σκοπό να βρει την νεράιδα, καβάλα στο άλογο του. Ύστερα από ώρες, έφτασε στην ρεματιά και κοντοστάθηκε. Ξεπέζεψε, και κρατώντας το άλογο απ το χαλινάρι κίνησε προς το νερό. Η νεράιδα φανερώθηκε και στάθηκε όπως και την προηγούμενη φορά απέναντι του.

«Ήρθα να ζητήσω την συγχώρεση σου Κόκκινη Κυρά» είπε ο αγρότης και τράβηξε ελαφρά το χαλινάρι δείχνοντας με αυτό τον τρόπο την προσφορά του.

«Και τι σε κάνει να πιστεύεις πως θα σε συγχωρήσω;» ρώτησε εκείνη.

«Πρέπει να το κάνεις» είπε εκείνος με μια ευγενική κίνηση. «Βλέπεις, είμαι καλός άνθρωπος εγώ, και τίμιος. Αν είπα και μια κουβέντα παραπάνω να με συμπαθάς. Να. Δικό σου το άλογο.»

Η γυναίκα τον κοίταξε με ένα βλέμμα που έλιωνε σίδερο. «Η τιμή έχει αλλάξει» του είπε.

«Έχει αλλάξει;» αποκρίθηκε ο αγρότης «Τι εννοείς όμορφη κυρά μου; Μήπως θέλεις δυο άλογα αντί για ένα; Αν είναι έτσι, να ξέρεις πως τούτο εδώ είναι το μονάκριβο μου, άλλο δεν έχω.»

«Δεν μίλησα για δεύτερο άλογο»

«Τότε ποια είναι η τιμή σου;»

«Θα με πληρώσεις με τον ίδιο σου τον εαυτό.» είπε εκείνη.

«Με τον ίδιο μου τον εαυτό; Τι εννοείς;» ρώτησε σαστισμένος ο αγρότης αλλά η Κόκκινη Κυρά δεν απάντησε.

«Σαν περάσεις το νερό κανένα μάτι δεν θα σε ξαναδεί. Θα είσαι αιχμάλωτος στο σπιτικό μου και θα με υπηρετείς.»

«Κι αν σου αρνηθώ τον εαυτό μου;»

«Τότε γύρνα πίσω στην ζωή σου και η κατάρα μου θα σε σκεπάζει μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής σου.»

«Μωρέ τι πράγματα είναι αυτά;» σκέφτηκε ο άμοιρος ο αγρότης. Σκέφτηκε ξανασκέφτηκε μέχρι που θυμήθηκε τα λόγια της γρια-μάγισσας. «Δεν βαριέσαι» είπε «Αν είναι να ζήσω μια ζωή μες την στενοχώρια και την φτώχια, τότε διαλέγω να σε υπηρετώ.»

Η γυναίκα χαμογέλασε χαιρέκακα.

«Θέλω μόνο μια χάρη να σου ζητήσω» είπε ο αγρότης που τόση ώρα σκεφτόταν πως θα γλυτώσει απ τα κόκκινα δίχτυα της.

«Και ποια είναι αυτή;» ρώτησε εκείνη.

«Έφερα που έφερα το ζωντανό μου μαζί, άσε με να το πάρω κι αυτό. Κρίμα θα ήταν να μείνει μονάχο του στις ερημιές. Θα σε υπηρετώ πιο γρήγορα και πιο καλά πάνω στο άλογο μου.»

«Πολύ καλά λοιπόν» είπε εκείνη και τα μάτια της άστραψαν από ικανοποίηση. «Πέρασε το νερό.»

«Έχε γεια κόσμε» είπε ο αγρότης κοιτώντας πίσω του και με ένα σάλτο πήδηξε στην ράχη του άλογου του. Πέρασε το νερό και έφτασε μπροστά στην γυναίκα.

«Ακολούθησε με» του είπε αύτη και έδειξε βαθιά μέσα στα δέντρα. Σαν γύρισε όμως το κεφάλι της στην από κει μεριά ο αγρότης που είχε καταστρώσει το σχέδιο του έσκυψε γρήγορα από πάνω της και άρπαξε το μαντίλι απ το κεφάλι της. Εκείνο, λες και πήρε φωτιά, η σαν σκόνη που την έδιωξε ο άνεμος εξαφανίστηκε και το χέρι του πληγώθηκε σαν από πυρωμένο σίδερο. Εντελώς ξαφνικά εκείνη έβαλε μια φωνή και η αλήθεια είναι πως κατατρόμαξε τον αγρότη. Το άλογο σηκώθηκε στα δυο πισινά του πόδια κι εκείνος κρατήθηκε  γερά. Μέσα σε μια στιγμή η γυναίκα έπεσε κάτω λιπόθυμη.

«Μπα σε καλό μου» είπε κοιτώντας πονεμένος το χέρι του που είχε κοκκινίσει σαν το φόρεμα της γυναίκας. «Άλλο και τούτο.» Κατέβηκε γρήγορα και παρά τον πόνο, πήρε στα χέρια του την άγνωστη γυναίκα. Τώρα, έτσι όπως φαινόταν να κοιμάται και χωρίς το μαντήλι της φαινόταν διαφορετική. «Όχι τόσο κακιά όσο πριν» σκέφτηκε ο αγρότης.

Σαν άνοιξε τα μάτια της και αντίκρισε τον άγνωστο άντρα, η κοπέλα, τρόμαξε τόσο που έβαλε μια φωνή αλλά ο αγρότης γέλασε και της είπε να μην φοβάται. Το φόρεμα της τώρα ήταν λευκό. Εκείνο το κόκκινο είχε χαθεί, όπως είχε χαθεί και το μαντήλι. Αφού πέρασε κάμποση ώρα, και ήρθαν και οι δυο στα συγκαλά τους, η άγνωστη γυναίκα είπε στον αγρότη πως ήταν κόρη ενός πλούσιου εμπόρου ο οποίος χήρεψε. Ήταν ακόμα νέος όμως και ύστερα από καιρό θέλησε να φτιάξει ξανά την ζωή του, έτσι, αγάπησε μια άλλη γυναίκα. Η μητριά της όμως την ζήλευε γιατί ήταν κακιά και της έκανε την ζωή δύσκολη τις μέρες που ο πλούσιος έμπορος έλειπε. Αυτό γινόταν για πολύ καιρό. Ο πατέρας είδε πως η κόρη του ήταν δυστυχισμένη και μια μέρα την ρώτησε. Εκείνη του τα είπε όλα. Αυτός θυμωμένος απ την συμπεριφορά της γυναίκας του της μίλησε ένα βράδυ, με σκοπό να φέρεται καλύτερα στην μονάκριβή του. Εκείνη όμως ήταν πονηρή. Έτσι μια μέρα, όταν ο πατέρας έλειπε απ το σπίτι, της έδωσε το μαντήλι αυτό σαν δώρο, δείχνοντας με αυτό τον τρόπο πως είχε μετανιώσει για όλα όσα της έκανε. Η κόρη πήρε το δώρο αυτό με χαρά και το έβαλε στο κεφάλι της. Τίποτε άλλο όμως δεν θυμόταν απ την στιγμή που το φόρεσε. Μάλλον η μητριά της ήταν μάγισσα και φρόντισε να εξαφανίσει με αυτό τον τρόπο την όμορφη κόρη.

«Έλα τώρα» της είπε ο αγρότης και την ανέβασε στο άλογο. «Πάμε τώρα στο σπιτικό μου και αύριο μέρα είναι. Θα ψάξουμε να βρούμε τον πατέρα σου και θα του τα πούμε όλα. Θα φροντίσω εγώ ο ίδιος να το πάρει το μάθημα της η κακιά μητριά σου.

Και έτσι έγινε. Κίνησαν και οι δυο σιγά σιγά και όλα μπήκαν στην θέση τους. Χαρά που πήρε ο πατέρας σαν είδε ξανά την κόρη του, και τι γέλια που έκαναν όλοι τους. Όσο για την μάγισσα μητριά, τιμωρήθηκε όπως της έπρεπε. Ο πλούσιος έμπορος την έδιωξε απ το σπίτι του κι εκείνη ούτε που τόλμησε να ξαναπατήσει το πόδι της εκεί. Κανένας δεν την είδε ξανά σε εκείνα τα μέρη. Όσο για την όμορφη κόρη και τον καλό αγρότη αγάπησαν ο ένας τον άλλο και παντρεύτηκαν μετά από λίγο καιρό. Έγινε ένα γλέντι που κράτησε πολλές μέρες και όλοι ήταν χαρούμενοι.
Και έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.