Συναισθηματική ανωριμότητα.

Οι όροι ωριμότητα και ανωριμότητα αποτέλεσαν πρωτίστως, προσπάθειες της επιστήμης της βιολογίας να ορίσει φαινόμενα που έχουν σχέση με την ανάπτυξη των ζώντων οργανισμών. 'Έτσι λοιπόν ένα άτομο θεωρείται ότι έφθασε στην ωριμότητα όταν η οργανική του ανάπτυξη είναι πλήρης, ενώ αντιθέτως θεωρείται ανώριμο όταν δεν έχει φθάσει στην πλήρη οργανική του ανάπτυξη. Σύμφωνα με αυτό τον ορισμό ένα παιδί λοιπόν, μπορεί να χαρακτηρίζεται σαν “ανώριμο”, ενώ ένας ενήλικας θεωρείται “ώριμος”.

Αργότερα αυτούς τους όρους τους υιοθέτησαν και η ανθρωπιστικές επιστήμες έτσι ώστε, στην περίπτωσή της ψυχολογίας, ορίστηκαν κάποιες με κάποιες νόρμες, μέτρα αξιολόγησης τα οποία αναφέρονται σε διάφορες ψυχικές λειτουργίες του ατόμου, όπως η διανοητική, η συμπεριφοριστική, η συναισθηματική λειτουργία, κ.λ.π. Σύμφωνα με αυτές τις νόρμες συγκρίνουμε την ανάπτυξη του ατόμου και θεωρούμε ότι κάποιος είναι ώριμος ή όχι. Ώριμος θεωρείται το άτομο του οποίου. η εν γένει συμπεριφορά ανταποκρίνεται στην ηλικία του και ανώριμο το άτομο του οποίου η συμπεριφορά δεν ταιριάζει με την ηλικία του αλλά παραπέμπει σε συμπεριφορές που αρμόζουν σε μικρότερη ηλικία.

Στην ψυχολογία λοιπόν διαχωρίζουμε τις λειτουργίες του ατόμου έτσι ώστε εκτός από την οργανική, έχουμε την διανοητική και την συναισθηματική, ή συγκινησιακή ωριμότητα .
Την διανοητική ωριμότητα την ορίσουμε σύμφωνα με την ικανότητα της αντίληψης και κατανόησης της πραγματικότητας και έχει σχέση με την γνωστική λειτουργία του ατόμου.
Την συναισθηματική ωριμότητα την ορίσουμε με την μεγαλύτερη ή μικρότερη ανάγκη ασφάλειας, αγάπης και γενικά συναισθηματικής κάλυψης η οποία χαρακτηρίζει περισσότερο την παιδική ή και εφηβική ηλικία παρά τον ενήλικα για τον οποίο πιστεύουμε ότι στην ηλικία που βρίσκεται πρέπει να έχει κατακτήσει κάποια συναισθηματική ισορροπία.

Σε αυτές τις δύο μορφές ωριμότητας μπορεί να υπάρξει κάποιο χάσμα το οποίο φαίνεται σαν ένας ετεροχρονισμός. Ετεροχρονισμός ανάμεσα στο διανοητικό κομμάτι της ωριμότητας και το συναισθηματικό. Μπορεί λοιπόν, ένα άτομο να εμφανίζει κάποια ικανοποιητική διανοητική ανάπτυξη, όπως στο θέμα των σπουδών και του επαγγέλματος, αλλά όσον αφορά την συναισθηματική του ωριμότητα να φαίνεται ότι υστερεί. Δηλαδή μπορεί παρ΄ όλο που το άτομο έχει πετύχει μια επαγγελματική ανεξαρτησία, εντούτοις να εμφανίζεται ότι είναι εξαρτημένο από πρόσωπα του περιβάλλοντός του και ότι συναντάει δυσκολίες σε αποφάσεις που πρέπει να πάρει για την ζωή του, έτσι ώστε να δυσκολεύεται να κατακτήσει μια συγκινησιακή ισορροπία και συναισθηματική ανεξαρτησία με κυρίαρχο συναίσθημα τον φόβο. Σε αυτή την περίπτωση το άτομο βιώνει μια δύσκολη κατάσταση και βρίσκεται σε μια συνεχή αμφισβήτηση του εαυτού του, πράγμα που δεν είναι καθόλου ευχάριστο, αλλά το γεμίζει με αγωνίες οι οποίες, όπως είπαμε, δεν έχουν σχέση με την αντικειμενική του ηλικία αλλά με αισθήματα και συμπεριφορές που συναντάμε σε μικρότερα ηλικιακές φάσεις. Η συναισθηματική ωριμότητα μπορεί να οριστεί σαν την ικανότητα, την θέληση και την συμπεριφορά να διατηρούμε κάποια συνοχή ανάμεσα σε αυτό που λέμε και αυτό που κάνουμε.

Επίσης το να είμαστε ώριμοι σημαίνει να ήμαστε συνειδητοποιημένοι ανάμεσα στις επιλογές που κάνουμε και τα αποτελέσματα που θα έχουμε από αυτές. Σημαίνει να γνωρίζουμε τα όρια μας, αλλά και να ξέρουμε να διεκδικούμε αυτό που οι άλλοι μπορεί να μας αρνούνται Η συναισθηματική ωριμότητα μας καλεί να αποφασίζουμε και να ήμαστε υπεύθυνοι αυτών των αποφάσεων αλλά και των πράξεων μας προς τον εαυτό μας και προς τους άλλους.Το να μένουμε επικεντρωμένοι στον εαυτό μας αποτελεί ένα τυπικό χαρακτηριστικό της παιδικής και της εφηβικής ηλικίας. Σε αυτές οι ηλικίες τα άτομα περιμένουν και εξαρτιόνται περισσότερο από τους άλλους παρά από τον εαυτό τους. Παραπονιούνται όταν οι άλλοι δεν απαντούν στα αιτήματά τους. Αυτές όμως οι διαδικασίες για τις παραπάνω ηλικίες, αποτελούν μια διεργασία, μια πορεία προς την ωριμότητα . 

Στην περίπτωση όμως που αυτές οι εκδηλώσεις εμφανίζονται σε “μεγάλους” προδίδουν ότι αυτά τα άτομα δεν είναι ώριμα, άρα δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν υπεύθυνοι ενήλικες, αλλά κάποιοι που συμπεριφέρεται σαν παιδιά. ή εγωκεντρικοί έφηβοι. Αυτό σημαίνει ότι το συναισθηματικό παρελθόν μπορεί να μας κρατά φυλακισμένους και να μην μας αφήνει να περάσουμε στο παρόν και στο μέλλον, δηλαδή με λίγα λόγια να αναπτυχθούμε και να φθάσουμε στην ωριμότητα που σημαίνει στην ανεξαρτησία.. 

Η ωριμότητα και η ανωριμότητα είναι λοιπόν ένα παιχνίδι ανάμεσα στην υποκειμενικότητα και την αντικειμενικότητα το οποίο δεν μπορούμε να το περιορίσουμε σε σχέση μόνο την ηλικία του ατόμου, αλλά και με την αντίληψη που έχουν οι άλλοι για αυτό. Δηλαδή είμαι ώριμος ή όχι κάτω από το βλέμμα των άλλων δηλαδή της οικογένειας μέσα στην οποία “μεγαλώνω”.

Την κατάσταση τις ανωριμότητας λοιπόν μπορεί να την πυροδοτεί το οικογενειακό περιβάλλον με διάφορους τρόπους. Μπορεί να αποτελεί μια μορφή εκπαίδευσης η οποία έχει σχέση με το πως παρουσιάζεται ο ενήλικας μέσα στην οικογένεια. Αν παρουσιάζεται π.χ. ο πατέρας, ή η μητέρα σαν κάποιον ο οποίος εξαρτάται από τους άλλους και δεν αναλαμβάνει τις υπευθυνότητες του, τότε δίνει το κακό παράδειγμα μην επιτρέποντας επίσης και στο παιδί του να αναπτύξει μια άλλη συμπεριφορά πιο ανεξάρτητη, η οποία μπορεί να θέσει σε κίνδυνο το κατασκεύασμα της ανωριμότητας που τόσες και τόσες γενναίες έχουν οικοδομήσει οικογενειακά στην Ελλάδα και τείνει, μέσα σε αυτά τα πλαίσια, να θεωρείται η ανωριμότητα σαν ωριμότητα.

Με αυτό τον τρόπο κάθε αλλαγή, στα οικογενειακά δεδομένα, περιβάλλεται από φόβους προσπαθώντας να κρατήσει το άτομο πιστό στις παλιές καλές μεθόδους , βολεύοντας το μέσα σε μια ασφάλεια η οποία δεν απορρέει από την ενέργεια του αλλά από την ησυχία και την ανευθυνότητα του απέναντι σε καταστάσεις που το αφορούν και έχει μάθει να τις αφήνει να τις αναλαμβάνουν άλλοι. Σε αυτή την περίπτωση το παρελθόν αποτελεί το σκαλοπάτι του μέλλοντος αναπαράγοντας την ωριμότητα της ανωριμότητας με τρόπο τέτοιο ώστε να αναπαράγεται η απουσία του ατόμου στην ζωή του, διότι αποτρέπεται, όπως είπαμε, με διάφορους τρόπους να πραγματοποιήσει τόσο την επιθυμία του, όσο και την απόφαση του και τελικά να περάσει στην πράξη, η οποία αποτελεί την μόνη οδό προς την ωριμότητα και την πραγμάτωση του σαν ελεύθερο και ανεξάρτητο άτομο.

Με λίγα λόγια τις περισσότερες φορές το άτομο αποτρέπεται να εμπιστευτεί τον εαυτό του και να αποκτήσει μια γνώση και εμπειρία από την σχέση του με την κόσμο. Συνήθως παρεμβάλλονται άλλα μέλη της οικογένεια τα οποία αναλαμβάνουν να παίξουν το ρόλο του διάμεσου ανάμεσα σε αυτό και την κοινωνία. Με αυτό τον τρόπο η συναισθηματική ανωριμότητα αποτελεί το ουσιαστικό περιεχόμενο μιας ανάπτυξης η οποία εμποδίστηκε. Η συναισθηματική ανωριμότητα αποτελεί το περιεχόμενο μια πράξης ζωής η οποία δεν πραγματώθηκε σύμφωνα με την επιθυμία του ατόμου, αλλά με την επιθυμία των άλλων.

Η πράξη του ατόμου απέναντι στην πραγματικότητα, η ενεργή παρουσία του και η προσπάθεια του να καθορίσει αυτή την πραγματικότητα, εμπεριέχει το “μεγάλωμα” δηλαδή το “φτάσιμο” στην συναισθηματική του ωριμότητα και όχι αποφυγή της.

ΚΕΡΕΝΤΖΗΣ ΛΑΜΠΡΟΣ   ΠΗΓΗ