Μια άλλη πλευρά του χθεσινού πραξικοπήματος.

Έπλυνε τα χέρια της, πήρε μια από τις πετσέτες που είχε κρεμασμένες πάνω από την γκαζιέρα, και σκούπισε καλά τα χέρια της. Γύρισε και κοίταξε το ρολόι που ήταν στερεωμένο πάνω στο ψυγείο. Πέρασε επτά σκέφτηκε η Εμινέ.  Περίμενε τον Γιτζακ τον άντρα της, και επειδή συνήθως ερχόταν πριν τις επτά, γύρω στις έξι έκλεινε το μαγαζί με τα λευκά είδη, που διατηρούσε στο κέντρο του Ερζερούμ, είχε αρχίσει να ανυπομονεί.
Σε λίγο ακούστηκαν βήματα στην αυλή. Πετάχτηκε όρθια η Εμινέ και προχώρησε βιαστικά στην κουζίνα. Αυτός είναι σκέφτηκε, μετά από τόσα χρόνια, αναγνώριζε μέχρι και τα βήματα του συζύγου της.

Η πόρτα άνοιξε και ο Γιτζάκ μπήκε μέσα. Καλώς τον, είπε χαμογελαστή η Εμινέ, γιατί άργησες έτσι σήμερα. Γειά σου Εμινέ της απάντησε εκείνος, έχοντας μια έκφραση κουρασμένη στο πρόσωπό του. Σταμάτησα για τσιγάρα, εδώ στου Αλή.

Ήταν μέσα και ο γείτονάς μας , εκείνος ο φωτογράφος ο Τζαφέρ, ο πολυλογάς.
Πιάσαμε τα μασάλια στα όρθια, και μ’ αυτά και με τα άλλα πέρασε η ώρα χωρίς να το καταλάβω.
Εντάξει του είπε εκείνη γλυκά, δεν σε μάλωσα κιόλας, στρώνω τραπέζι εντάξει.

Ναι, της απάντησε εκείνος, βάλε γιατί δεν πρόλαβα να φάω μπουκιά από το πρωί, είχε πολλή δουλειά σήμερα.
Ακούμπησε κάτι σακούλες  που κρατούσε σε μια γωνιά, την εφημερίδα του στο τραπεζάκι του σαλονιού, και κάτσανε για φαγητό.
Όταν τελειώσανε με το φαγητό και η Εμινέ άκουσε τα κοπλιμέντα της, για την μαγειρικής της τέχνης, καθίσανε να πιούνε τον καφέ τους μπροστά στην τηλεόραση.

Μίλησες με τον Οσμάν, την ρώτησε. Ναι μιλήσαμε το πρωί, καλά είναι, ναι χαρά τον άκουσα. Γιατί να μην είναι καλά, είπε ο Γιτζάκ, άλλωστε ο στρατός τώρα είναι παιχνιδάκι. Που στα χρόνια τα δικά μου τριάντα έξι μήνες, καψόνια βρώμα και ψείρα. Και που στην πόλη. Μέσα στα λούσα και στα μαγαζιά.

Ο Οσμάν ήταν το μοναχοπαίδι τους. Ένα μελαχρινό, ψηλό και γεροδεμένο, εικοσάχρονο παλληκάρι, που εδώ και εννέα μήνες, υπηρετούσε την θητεία του, σε μια μονάδα τεθωρακισμένων στην Κωνσταντινούπολη. Περήφανοι οι γονείς του για το καμάρι τους. Όταν τον επισκέφτηκαν πριν δύο μήνες στην μονάδα του, άκουσαν τα καλύτερα από τους αξιωματικούς του. Τον επαίνεσαν όλοι, για το θάρρος του και την αγάπη του για την πατρίδα και τον στρατό. Μάλιστα ένας υπολοχαγός τους είπε χαμογελώντας, μου εμπιστεύτηκε ότι θέλει να μείνει μόνιμα στον στρατό, στεναχωριέται όμως, γιατί θα είναι μακριά σας, και θα είστε μόνοι σας.

Αν θέλετε την γνώμη μου πάντως, να μην τον εμποδίσετε. Κάνει για τον στρατό, είναι σκληρό καρύδι, και αγαπά την πατρίδα. Έχει ανάγκη η πατρίδα από τέτοια παλληκάρια.

Ξαφνικά,  και ενώ ο Γιτζάκ είχε γείρει και λαγοκοιμόταν από την κούραση στον καναπέ, φώναξε η Εμινέ, Γιτζάκ ξύπνα, πραξικόπημα. Εκείνος πετάχτηκε ξαφνιασμένος. Τι λες βρε Εμινέ, τι έγινε. Τι λέει αυτή στην τηλεόραση. Αρχίσαν να τηλεφωνούν στο παιδί τους, τίποτε. Δεν κατάφεραν να μιλήσουν με το παιδί.

Μετά αναστάτωση. Τηλέφωνα σε συγγενείς και φίλους. Άκρη δεν έβγαινε όλα μπερδεμένα. Λίγο όμως τους ένοιαζε, τι θα γίνει ο Ερντογάν, και ποιος θα κερδίσει το πραξικόπημα. Ποτέ δεν είχαν ενταχθεί πολιτικά κάπου. Μακάρι να βγήκε για το καλό του τόπου μας, λέγανε όταν προέκυπτε νέα πολιτική ηγεσία. Το μόνο που τους ένοιαζε η δουλειά τους, γιατί πάντα δουλεύανε και πολύ σκληρά μάλιστα. Παρακαλούσαν τον Αλάχ, να τους αξιώσει να δουν κανένα εγγονάκι από τον Οσμάν, και να μπορέσουν και αυτοί κάποια στιγμή στην ζωή τους να ξεκουραστούν λίγο.

Το μόνο που τους έκαιγε τώρα, ήταν ο Οσμάν το σπλάχνο τους. Είχαν κρεμαστεί και οι δύο από την τηλεόραση. Κοντεύανε να τρελαθούν, όσο η τηλεόραση έδειχνε εικόνες αρμάτων μάχης, από την πόλη και τις γέφυρες του Βόσπορου. Οι ώρες περνάγανε σαν να ήταν αιώνες. Κόντευε να ξημερώσει. Η Εμινέ δεν είχε σταματήσει να κλαίει και να προσεύχεται.  Ξαφνικά εικόνες στην τηλεόραση, από πλήθος που βγάζουν φαντάρους από ένα άρμα και τους λυντζάρουν. Ο όχλος έχει παρασυρθεί στην τυφλή και δίχως έλεος βία. Κάποιου του κόβουν το κεφάλι. Ένα ουρλιαχτό της Εμινέ, διαπερνά κάθε σπίτι της ήσυχης γειτονιάς του Ερζερούμ. Οσμάν αγόρι μου γιατί;