Μαρίας Χαρίτου... Ο πραγματικός άνδρας αγαπά μια φορά στη ζωή του.

Καμία γυναίκα δεν μπορεί να μπει στο μυαλό ενός άντρα.
Φταίει ο πολύπλευρος τρόπος που σκέφτονται; Φταίει η πλούσια φαντασία που τις κάνει να γεννούν συνεχώς σενάρια; Ή πολύ απλά,  ίσως να φταίει το ότι οι αυθεντικοί άντρες έχουν εκλείψει.  Οι σημερινοί «άντρες» βάζουν σκοπό να αποκτήσουν τη γυναίκα που θα ανεβάσει την αξία τους επειδή την έχουν. Ναι, για εκείνη μιλάω με το προκλητικό ντύσιμο και τα μεγάλο στήθος, που συνήθως δε μπορεί να αρθρώσει λέξη εάν ανοίξει το στόμα της.


Υπάρχει όμως και μια άλλη κατηγορία αντρών.  Εκείνων που αν δεν έχουν τη «ΜΙΑ» προτιμούν να μην έχουν καμία. Άκουσε λοιπόν την ιστορία μου για να καταλάβεις…

Ήταν μια ιστορία ζωής η δική μας. Εκείνη, σχεδόν κοριτσάκι και έδινε τη ζωή της για εμένα. Κι εγώ έτσι αισθανόμουν, μα ο εγωισμός μου και ο ρόλος του νεαρού άντρα, όπου μόλις είχα υιοθετήσει, δε μου επέτρεπαν να το πολυ-εκφράζω.   Από μικρά παιδιά, κάναμε σχέδια για το πώς θα χτίσουμε τη ζωή μας. Παρά το νεαρό της ηλικίας μου, ένιωθα μεγάλος  για τα συγκεκριμένα σχέδια.

Εκείνη, έπρεπε να τελειώσει τις σπουδές της, και μετά θα ερχόταν να ζήσει μαζί μου όπως της είχα ζητήσει εκείνο το βράδυ , κοιτάζοντάς τη στα μάτια, κάνοντάς τη,  τη πιο ευτυχισμένη κοπέλα του κόσμου. Ήξερα ότι με εκείνη τη γυναίκα ήθελα να κλείσω τη ζωή μου.

Έφυγε για τη πόλη όπου σπούδαζε. Ο χειμώνας όμως ήταν δύσκολος. Η υπομονή μηδενική. Φοβόμουν μη τη χάσω, κι εκείνη το ίδιο, με αποτέλεσμα να μαλώνουμε συχνά για το παραμικρό. Κι έτσι, ένα βράδυ, επάνω στο τσακωμό μας, της είπα ότι ήθελα να χωρίσουμε.


Θέλεις λίγο ο εγωισμός μου, θέλεις  λίγο ο χαζό-αντρισμός μου, λίγο για να δω αν θα με πάρει τηλέφωνο πρώτη, δε μου δόθηκε ποτέ ξανά η ευκαιρία να της πω πόσο την αγαπούσα. Οι μέρες περνούσαν… παρακαλούσα να με πάρει τηλέφωνο, να εμφανιστεί ξανά να μου πει ότι με αγαπάει. Ήμουν δειλός ναι, και οι μέρες περνούσαν κι άλλο… ώσπου έγιναν μήνες. Και εγώ ο δειλός όσο κι αν την αγαπούσα δε προσπάθησα ποτέ ξανά. Βλέπεις, από κάποιο σημείο και μετά σκεφτόμουν ότι για να το δεχτεί τόσο εύκολα, σημαίνει ότι με κορόιδευε. Ότι δεν την πόνεσε ο χωρισμός μας.

Αγαπιόμασταν από μικρά παιδιά, και τελικά μεγαλώσαμε για να ξεχαστούμε…

Όταν τελείωσε τις σπουδές την ξαναείδα, μα δεν ήταν μόνη! Έπειτα, δεν την είδα για τα επόμενα επτά χρόνια. Δεν μπορώ να καταλάβω αν τελικά ήμουν θυμωμένος με τον εαυτό μου, που για έναν εγωισμό την έχασα, ή με εκείνη που δεν έκανε κάτι για να είμαστε μαζί και προχώρησε αμέσως τη ζωή της.
Μεγαλώνοντας, δέχτηκα ότι αυτή μου η σκέψη ήταν άκρως εγωιστική.   Τα χρόνια περνούσαν κι άλλο. Έγιναν δέκα. Κι εγώ ακόμα θυμωμένος. Ένας άντρας στα σαράντα, με μόνες εμπειρίες δυο τρεις αποτυχημένες σχέσεις της εβδομάδας.  Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ την αγαπούσα και την ήθελα. Κι αυτό έχει ριζώσει μέσα μου από τότε μέχρι και σήμερα.  Δε σταμάτησα ποτέ να τη σκέπτομαι και να την αγαπώ ακόμα κι αν ξέρω πως δε μπορούμε να είμαστε μαζί.

Προσπαθούσα να τη βγάλω από μέσα μου αλλά μάταια. 
Σε κάθε γυναίκα που γνώριζα, έψαχνα εκείνη. Καμία δε φιλούσε σαν εκείνη. Κανένα σώμα δε μπορούσα να αγκαλιάσω όπως το δικό της. Κανένα σ’ αγαπώ μου δεν άξιζε να ειπωθεί. Όλα ανήκαν μόνο σε εκείνη.

Δώδεκα ολόκληρα χρόνια πέρασαν για να την ξαναδώ.  Ήταν τότε, που το φεγγάρι ολόγιομο, φώτιζε επιβλητικό τη νύχτα.  Όλος μου ο αντρισμός και ο εγωισμός λύγισαν μπροστά στη θέα της.

«Γεια σου», λέει χαμογελώντας, και έσπασα σε χιλιάδες μικροσκοπικά κομματάκια στο άκουσμα της χροιάς της φωνής της. Ένα γεια. Μόνο αυτό δικαιούμουν πια από τα χείλη που κάποτε έφτιαχναν λέξεις μόνο για μένα.

«Γεια» της απάντησα προσπαθώντας να κρατήσω αγέρωχο το βλέμμα μου στο δικό της.  
Τα πάντα μέσα μου έβραζαν. Ανείπωτες λέξεις σκαρφάλωναν στο λαιμό μου κι όσο και αν ξεροκατάπινα, δεν κατέβαιναν ξανά κάτω.

«Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο σε αγαπούσα και πόσο σε ήθελα τότε.Έχεις ριζώσει μέσα μου και δεν μπορώ να ξαναφτιάξω τη ζωή μου. Δε θέλω να φτιάξω τη ζωή μου με καμία αν δεν είσαι εσύ. Σου ρίχνω ευθύνες που άφησες να χαθεί αυτή η αγάπη αλλά μάλλον αυτό ήθελες. Δε με αγαπούσες όσο έλεγες».

Ήθελα να της πω κι άλλα όμως τη ροή μου έκοψε η εικόνα της.
 Καθόταν αποσβολωμένη απέναντί μου. τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα, ήταν σοκαρισμένη. Έκανα μια παύση. Ήταν σα να τη μάλωνα. Άραγε τη φόβισα;  Ήθελα να τη κλείσω στα χέρια μου για να την ηρεμήσω. Μα τι της έκανε εντύπωση; Το ότι την αγαπώ;  Όσο χρόνο κι προσπάθησα να της αφήσω προκειμένου να αντιδράσει, ο χείμαρρος μέσα μου δε δαμάζονταν με τίποτα. «θυμάσαι»; Τη ρώτησα. Μου απάντησε με ένα νεύμα… «ήσουν άδικη»! είπα ξανά και άρχισα να απομακρύνομαι από εκείνη. Θυμάσαι…! Ήταν η τελευταία μου λέξη. Το συμπέρασμά μου.

Με όλα αυτά που της είπα, έπρεπε να νιώθω ελαφρύτερος, μα αντιθέτως  ένιωθα απίστευτο βάρος.
 Η στάση της μου απέδειξε ότι ο άδικος ήμουν εγώ.  Η γλώσσα του σώματός της μου φώναζε «αποκλείεται να συμβαίνει αυτό.! Εσύ εξαφανίστηκες… πως γίνεται ακόμα να…»

Μπορεί να μην την ξαναδώ ποτέ… ίσως και ναι! Όμως ποτέ δεν πρόκειται να γεμίσω το κενό της με κάποια άλλη.  Πληρώνω ακριβά τον αντρικό «παιδικό»  μου εγωισμό.  Πιστεύω ότι η αγάπη έρχεται μόνο  μια φορά στη ζωή ενός πραγματικού άντρα, κι όταν έρθει, πρέπει να παλέψει για εκείνη ενάντια σε κάθε δυσκολία και εγωισμό, προκειμένου να την κρατήσει. Μόνο τότε είμαστε ολοκληρωμένοι. Μόνο με την αυθεντική μας αγάπη  και ποτέ συμβιβαστικά, με κάποια απομίμηση.

πηγη Της Μαρίας Χαρίτου.