Άγχος αποχωρισμού στη διάρκεια της βρεφικής ηλικίας...

Γενικά
Το άγχος αποχωρισμού δημιουργεί συχνά καταστάσεις ο χειρισμός των οποίων μπορεί να είναι μία πολύ δύσκολη υπόθεση. Το φαινόμενο του να έχουμε, τη μια μέρα, ένα μωρό πολύ χαρούμενο και κοινωνικό -που να πηγαίνει αδιαμαρτύρητα και με ευχαρίστηση από αγκαλιά σε αγκαλιά- ενώ, την επόμενη, να μην ανέχεται κανέναν άλλον, ίσως ακόμα ούτε καν και τον ίδιο του τον πατέρα, δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο ή απαραίτητα προβληματικό. Πρόκειται, συνήθως, για ένα φυσιολογικό, για τις ηλικίες αυτές, άγχος αποχωρισμού που, σταδιακά και υπό φυσιολογικές συνθήκες, θα υποχωρήσει.

Λέγεται πως δεν υπάρχει πιο τρυφερό πλάσμα από ένα βρέφος ηλικίας 6 μηνών περίπου, ίσως και από το ίδιο βρέφος 3-4 μήνες αργότερα. Το προνόμιο, όμως, είσπραξης της τρυφερότητας αυτής -και αρχής γενομένης από την ηλικία των 4 μηνών περίπου και με αποκορύφωμα την ηλικία των 7-8 μηνών, οπότε αρχίζει να εκδηλώνεται εντονότερα και το άγχος αποχωρισμού του παιδιού- μόνον λίγοι εκλεκτοί το έχουν. Τα πιο υπέροχα ηλιόλουστα χαμόγελα, οι πιο τρυφερές αγκαλίτσες και τα διάφορα χαριτωμένα σκερτσάκια χαρίζονται αποκλειστικά στον στενό κύκλο ατόμων του απόλυτα άμεσου περιβάλλοντος του παιδιού -ιδίως στη μητέρα- και σε κανέναν άλλον. Κάτι ανάλογο αφορά και στη φροντίδα του παιδιού. Δεν θέλει να το ταΐζει, να το αλλάζει πάνες, ρούχα κ.τ.λ. ο οποιοσδήποτε άλλος πέρα μόνον κάποιων συγκεκριμένων άτομων.

Στην αρχή, η αίσθηση του γονέα πως είναι ο εκλεκτός της καρδιάς του παιδιού μπορεί να κολακεύει και να βιώνεται ως ιδιαίτερα ευχάριστη, παράλληλα, όμως, δημιουργεί και ένα αίσθημα ευθύνης και συνειδητοποίησης πως το παιδί, για να νιώθει καλά, εξαρτάται πλέον σε μεγάλο βαθμό από τον ίδιο. Η συνειδητοποίηση αυτή, και τα συναισθήματα που τη συνοδεύουν, είναι στοιχεία απαραίτητα όχι μόνο για τη δημιουργία μιας σχέσης δεσμού με το παιδί αλλά και ως αντιστάθμισμα απέναντι στην κούραση και στις δυσκολίες της φροντίδας του (ξύπνημα τις νύχτες, προσκόλληση του παιδιού, εκδηλώσεις άγχους αποχωρισμού κ.τ.λ.).

Τι θεωρείται ως άγχος αποχωρισμού;
Για να είμαστε βέβαιοι για το αν θα πρέπει να ανησυχούμε ή όχι από τις διάφορες αντιδράσεις αποχωρισμού ενός βρέφους, θα πρέπει να γνωρίζουμε ποιες από αυτές τις αντιδράσεις θεωρούνται ως φυσιολογικές έτσι ώστε να είμαστε σε θέση να τις διακρίνουμε από άλλες που αποτελούν πιθανή ένδειξη ύπαρξης προβλήματος και, ως εκ τούτου, χρίζουν ιδιαίτερης αντιμετώπισης.

Ως άγχος αποχωρισμού, σε ένα βρέφος ή μικρό παιδί, θεωρείται το άγχος εκείνο που εκφράζεται διαμέσου διαφόρων έντονων αντιδράσεων του βρέφους, όταν υπάρχει διαφαινόμενη απειλή ή μεγάλος κίνδυνος αποχωρισμού ή απώλειας ενός πολύ αγαπημένου προσώπου.

Μορφές φόβου της βρεφικής ηλικίας
Τα περισσότερα βρέφη αλλάζουν στάση απέναντι σε άγνωστα άτομα γύρω στην ηλικία των 7-8 μηνών περίπου, κάποια και λίγο νωρίτερα. Από την έναρξη αυτής της περιόδου, διακρίνουμε δύο μορφές φόβου στο παιδί:

Ο ένας αφορά στο άγχος αποχωρισμού του παιδιού, δηλαδή στο φόβο του να αποχωρισθεί το γονιό ή τους γονείς του.

Ο δεύτερος αφορά στο φόβο του παιδιού απέναντι σε άγνωστα πρόσωπα.

Όταν ένα βρέφος της ηλικίας αυτής εκδηλώνει φόβο απέναντι σε άγνωστα ή σχετικά «άγνωστα» πρόσωπα (φίλοι οικογένειας, παππούδες, γιαγιάδες κ.ά.), αυτό δεν έχει να κάνει, συνήθως, τόσο με το ίδιο το άτομο αυτό καθαυτό όσο, κυρίως, με τον τρόπο που αυτό συμπεριφέρεται απέναντι στο παιδί. Ίσως πλησιάζει το παιδί περισσότερο από όσο αυτό αντέχει ή επιθυμεί, ίσως αποπειράται να το αγκαλιάσει ή να το φιλήσει χωρίς να παίρνει υπόψη τη διάθεση και τα συναισθήματα του παιδιού, ίσως μιλά ή γελά δυνατά κ.τ.λ. Αυτό σημαίνει πως, στη διάρκεια αυτής της ευαίσθητης για  το παιδί περιόδου, θα πρέπει να αφήνουμε στο ίδιο την πρωτοβουλία προσέγγισης, όσο πολύ και αν τη λαχταρούμε.

Αν και οι δύο αυτές μορφές άγχους ή φόβου δεν είναι ταυτόσημες, παρόλ΄αυτά, συνδέονται άμεσα μεταξύ τους, τουλάχιστον μετά την ηλικία των 6-8 μηνών και για λίγους μήνες στη συνέχεια. Όταν αφήνουμε τη φροντίδα ενός βρέφους της ηλικίας αυτής σε κάποιο άλλο άτομο και αυτό (το βρέφος) κλαίει ή διαμαρτύρεται έντονα, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι εάν ή σε ποιο βαθμό το κάνει εξαιτίας του άγχους αποχωρισμού του ή εξαιτίας του φόβου του για ένα ξένο άτομο.

Ένα βρέφος της ηλικίας αυτής νιώθει την ίδια απόγνωση είτε όταν δεν του επιτρέπει η μητέρα του να σκαρφαλώσει στην αγκαλιά της -ενώ του είναι απαραίτητο τη στιγμή εκείνη- είτε όταν αυτή το δίνει, παρά τη θέλησή του, στην αγκαλιά ενός άλλου.

Οι περισσότεροι σύγχρονοι ερευνητές θεωρούν πως ο φόβος για τους ξένους της ηλικίας αυτής είναι, στην ουσία, άγχος αποχωρισμού. Για το λόγο αυτό, θεωρούν πως δεν πρέπει να μιλάμε για φόβο για τους ξένους αλλά για «αντιδράσεις απέναντι σε ξένους», δηλαδή για μια επιφυλακτικότητα που απορρέει από το άγχος αποχωρισμού της ηλικίας αυτής. Εάν πρόκειται πραγματικά για φόβο απέναντι στους ξένους, τότε είναι πιθανόν το παιδί να μην έχει εξελίξει μια ασφαλή, όπως αποκαλείται, σχέση δεσμού με το γονιό του.

Οι αλλαγές αυτές στις σχέσεις του παιδιού με τα άτομα του περίγυρού του είναι, κατά κανόνα, απόλυτα φυσιολογικές και ένδειξη πως το παιδί έχει αναπτύξει ή αναπτύσσει την απαραίτητη, για την περαιτέρω ψυχοσυναισθηματική του εξέλιξή, σχέση δεσμού με τους γονείς ή/και άλλα μέλη της οικογενείας του.

Τι είναι η σχέση δεσμού;
Η επιβίωση κάθε βρέφους και η απαραίτητη αίσθηση ασφάλειάς του εξαρτώνται απόλυτα από τη φυσική εγγύτητα με έναν ενήλικα που να μπορεί να του τα διασφαλίσει. Ως εκ τούτου, θεωρείται πως το βρέφος πρέπει να διαθέτει από τη φύση του -και διαθέτει- ένα σύστημα συμπεριφορών που να πριμοδοτεί μια τέτοιου είδους εγγύτητα με τον κατεξοχήν φροντιστή του. Αυτό είναι δεδομένο. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο ο φροντιστής διαθέτει ή είναι σε θέση να ανταποκριθεί σε αυτές τις πρωτογενείς ανάγκες του βρέφους.
Ως προστάδιο της σχέσης δεσμού θεωρείται πως είναι το λεγόμενο κοινωνικό χαμόγελο του βρέφους που, από την ηλικία των 4 μηνών περίπου, αρχίζει να γίνεται ολοένα και πιο επιλεκτικό, δηλαδή να χαρίζεται στα άτομα που γνωρίζει καλύτερα.

Για την εξέλιξη μιας σχέσης δεσμού, τρεις είναι οι σημαντικότεροι παράγοντες:

Στη διάρκεια των πρώτων μηνών της ζωής και πριν τη δημιουργία μίας σχέσης δεσμού, η σημαντικότερη αποστολή του γονέα είναι -πέραν της παροχής μιας γενικότερης πρακτικής φροντίδας (τροφής, υγιεινής κ.τ.λ.), προστασίας και ασφάλειας- η βοήθεια προς το βρέφος να μπορεί σταδιακά να αναγνωρίζει, να αντέχει και, τελικά, να ρυθμίζει τα συναισθήματά του ώστε να μην κατακλύζεται από αυτά και να μην οδηγείται σε πανικό ή αισθήματα επικείμενης ολοκληρωτικής καταστροφής. Στο βαθμό που ο γονέας ανταποκρίνεται άμεσα στα μηνύματα που εκπέμπει το βρέφος -δηλαδή, να «αποκωδικοποιεί» εύστοχα και έγκαιρα το κλάμα του και το είδος της ανάγκης που εκπροσωπεί τη συγκεκριμένη στιγμή (αγκαλιά, τροφή, άλλαγμα, ανακούφιση πόνου, συντροφιά κ.τ.λ.)- σε ανάλογο βαθμό μπορεί και το παιδί να εξελίξει τη δυνατότητά του να μπορεί σταδιακά να αυτορυθμίζεται συναισθηματικά.

Ο δεύτερος παράγοντας αφορά στο ταμπεραμέντο του παιδιού και στο αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στο ταμπεραμέντο γονέα και παιδιού, δηλαδή στη μεταξύ τους «χημεία». Όταν το βρέφος είναι ή βιώνεται από τον γονέα του ως «εύκολο» παιδί, τότε οι προϋποθέσεις να είναι το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασής τους -δηλαδή η σχέση δεσμού τους- θετικό αυξάνονται κατά πολύ.

Ο τρίτος παράγοντας αφορά στα προσωπικά βιώματα του γονέα από τις δικές του εμπειρίες φροντίδας ως παιδί. Η ποιότητα αυτών των προσωπικών εμπειριών δεν εξαρτάται μόνον από τη συνειδητή αλλά και από την υποσυνείδητη εικόνα του γονέα για αυτές. Υπάρχουν, για παράδειγμα, άτομα που, ενώ υποστηρίζουν και πιστεύουν πως είχαν πολύ καλή σχέση με το γονιό που τους φρόντιζε ως παιδιά, στη συνέχεια της θεραπείας τους αποκαλύπτεται μια πολύ διαφορετική εικόνα. Αυτό, όταν συμβαίνει, σημαίνει πως αυτή η «ωραιοποίηση» ή «εξιδανίκευση» δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια απέλπιδα αμυντική προσπάθεια του ψυχισμού να αντέξει πολύ επώδυνα βιώματα που δεν έχουν αφομοιωθεί, δηλαδή που δεν κατάφερε ο ψυχισμός από μόνος του να επεξεργασθεί.

Η σημασία της σχέσης δεσμού
Έχει αποδειχθεί πως η πρώιμη σχέση δεσμού ανάμεσα σε γονέα και παιδί έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη μελλοντική ψυχική υγεία και πιο συγκεκριμένα:

στην αξιολόγηση από το παιδί της σημασίας των στενών σχέσεων με άλλους και η επιθυμία δημιουργίας τέτοιων σχέσεων χωρίς το φόβο της εγκατάλειψης που, τελικά, να τις καθορίζει.

στην εξέλιξη της ικανότητας του παιδιού να μπορεί να ρυθμίζει έντονα συναισθήματα χωρίς να κατακλύζεται από αυτά.

στην εξέλιξη της ικανότητας του παιδιού να μπορεί να βιώνει σταδιακά τους άλλους ως υπάρξεις με δικά τους συναισθήματα, προθέσεις και επιθυμίες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη.

Μορφές άγχους αποχωρισμού της βρεφικής ηλικίας

Το άγχος αποχωρισμού της βρεφικής ηλικίας έχει, συνήθως, δύο μορφές:

το άγχος που εκδηλώνεται κατά τη διάρκεια της ημέρας και αφορά -όπως προαναφέραμε- στο φόβο των ξένων, παρόλο που αυτοί οι «ξένοι» μπορεί να μην είναι στην πραγματικότητα καθόλου ξένοι, και σε μια έντονη επιθυμία του βρέφους να βρίσκεται δίπλα ή ακόμα και στην αγκαλιά του γονέα που το φροντίζει και

το άγχος που εκδηλώνεται προς το τέλος της ημέρας και, συγκεκριμένα, όταν το βρέφος πρόκειται να κοιμηθεί ή έχει ανήσυχο ύπνο, εξαιτίας του αποχωρισμού που αυτός συνεπάγεται από το γονέα του

Όπως προαναφέραμε, αυτές οι μορφές άγχους αποχωρισμού, κατά τη διάρκεια αυτής της ηλικιακής περιόδου, είναι απόλυτα φυσιολογικές και, αν δεν συντρέχουν άλλοι παράγοντες, τελικά σταδιακά εξαφανίζονται.

Τι μπορούμε να κάνουμε ως γονείς;
Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε ως γονείς είναι -πέραν της προσπάθειας «αποκωδικοποίησης» των μηνυμάτων που εκπέμπει το παιδί διαμέσου των διαφόρων αντιδράσεών του- να ανταποκρινόμαστε έγκαιρα και γενναιόδωρα στις ανάγκες του για τη δημιουργία και διασφάλιση μιας αίσθησης εγγύτητας και ασφάλειας. Αυτό σημαίνει άφθονη αγκαλιά και φυσική εγγύτητα, όταν και όσο το χρειάζεται το παιδί.

Απόψεις του είδους «μην το παίρνεις αγκαλιά, μην το κακομαθαίνεις, άστο να κλαίει» όχι μόνο σοβαρά προβλήματα μπορεί να δημιουργήσουν στο παιδί, αλλά εξυπηρετούν αποκλειστικά τις ανάγκες του ίδιου του γονιού. Τις συνέπειες θα τις βρει κάποια στιγμή μπροστά του χωρίς να μπορεί να φαντασθεί πως οφείλονται στη στέρηση περισσότερης αγκαλιάς και φυσικής επαφής. Σε ανάλογων μορφών στερήσεις/ελλείμματα μπορεί να οφείλεται και η δυσκολία του ή της συντρόφου να είναι πιο τρυφερός, -ή. Ας μην αναπαραγάγουμε, λοιπόν, την ίδια δυστυχία…

Είναι πολύ σημαντικό να χαμογελάμε συχνά στο παιδί μας, να του μιλάμε ακόμα και εξ αποστάσεως ώστε να του υπενθυμίζουμε την παρουσία μας ιδιαίτερα όταν δεν μας βλέπει, να του τραγουδάμε, να του κάνουμε μασάζ, να το χαϊδεύουμε και να έχουμε συχνή βλεμματική επαφή μαζί του.

Σε καμία περίπτωση, δεν θα πρέπει ο γονιός να φεύγει στα κρυφά, ενώ κάποιος άλλος το απασχολεί ώστε να μην αντιληφθεί τη φυγή αυτή. Κάτι τέτοιο -σε συνδυασμό με την αδυναμία του παιδιού της ηλικίας αυτής να έχει συγκεκριμένη αίσθηση του χρόνου- μπορεί να ενισχύσει το άγχος του παιδιού, να εκλαμβάνει ακόμα και τη στιγμιαία  αποχώρηση του γονέα του από τον ίδιο χώρο ως πιθανή μόνιμη απουσία και, τελικά, να πλήξει ακόμα και την εμπιστοσύνη του προς αυτόν. Θα πρέπει πάντα να αποχαιρετάμε το παιδί, πριν φύγουμε, με κάποιον συγκεκριμένο και αναγνωρίσιμο τρόπο και όταν το κάνουμε δεν γυρνάμε ποτέ πίσω για να καθησυχάσουμε ξανά και ξανά.

Ο γονιός θα πρέπει να δείχνει απόλυτο σεβασμό απέναντι στο άγχος αποχωρισμού του παιδιού του χωρίς έκδηλη δυσαρέσκεια ή αποδοκιμασία. Στη διάρκεια της περιόδου αυτής, και αν δεν είναι απολύτως απαραίτητο, θα πρέπει να αποφεύγεται μια απουσία του γονέα για μεγαλύτερο διάστημα των 1-2 ημερών.

Εάν είναι αναπόφευκτη η ανάθεση της φροντίδας του βρέφους σε κάποιον άλλον για μερικές ώρες, είναι καλό να έρχεται το άτομο αυτό τουλάχιστον μισή ώρα πριν από την αναχώρηση του γονέα ώστε να εξοικειωθεί το παιδί στην επικείμενη αλλαγή και να δοθεί η ευκαιρία σε γονέα και παιδί να χειρισθούν την όποια κατάσταση τυχόν προκύψει.

Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως κάθε παιδί είναι διαφορετικό, πως έχει τις δικές του εμπειρίες και, ως εκ τούτου, μπορεί και οι αντιδράσεις του να είναι διαφορετικές κάτω από παρόμοιες προϋποθέσεις.

Επίλογος
Γνωρίζουμε πως μόνον ασφαλή παιδιά, που έχουν μάθει να αλληλεπιδρούν  με ασφάλεια και μέσα σε ένα κλίμα εμπιστοσύνης και προβλεψιμότητας, τολμούν να εξερευνούν με ενδιαφέρον τον κόσμο που απλώνεται γύρω τους και να ξεδιπλώνουν με ασφάλεια τα φτερά τους. Για να γίνουν, όμως, ασφαλή παιδιά χρειάζονται να έχουν δίπλα τους ασφαλείς ενήλικες που να αποτελούν το ασφαλές τους λιμάνι από όπου θα μπορούν να κάνουν τις όποιες εξορμήσεις τους με τη βεβαιότητα πως πάντα θα μπορούν να επιστρέφουν σε αυτό όταν θα το χρειάζονται.

Οι δυνατότητες δημιουργίας μιας τέτοιας βεβαιότητας δοκιμάζονται ιδιαίτερα σε περιόδους στη διάρκεια των οποίων το παιδί έχει έντονη ανάγκη διαβεβαίωσης της προσβασιμότητας του γονιού του και της δημιουργίας και συνέχειας μιας ασφαλούς σχέσης δεσμού με αυτόν. Οι εκδηλώσεις άγχους αποχωρισμού στη διάρκεια της βρεφικής ηλικίας αυτήν την αγωνία του παιδιού αντιπροσωπεύουν που ο κάθε γονιός οφείλει να απαλύνει και, τελικά, να διαψεύσει.

Για την υπηρεσία online ψυχολόγος , (online συνεδρίες) κάντε κλικ ΕΔΩ
Για ραντεβού στο γραφείο του Σάββα Ν. Σαλπιστή , Ph.D. , κάντε κλικ ΕΔΩ
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης
Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής
Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης