Για Όλα Υπάρχει ένα Όριο

Όταν νιώθουμε φόβο, θυμό, δυσαρέσκεια ή κίνδυνο, σημαίνει ότι κάποιο όριο μας έχει παραβιαστεί.  
Όταν νιώθουμε ότι μας εκμεταλλεύονται, μας φέρονται με αναισθησία, μας χρησιμοποιούν ή προσπαθούν να μας χειριστούν και να μας ελέγξουν, σημαίνει ότι κάποιο όριο μας έχει παραβιαστεί. 
Όταν πηγαίνουμε κόντρα στα συμφέροντά μας, όταν ανεχόμαστε καταστάσεις ενάντια στη θέλησή μας ή όταν υπομένουμε μειωτικές, επιθετικές και ασεβείς συμπεριφορές, σημαίνει ότι κάποιο όριο μας έχει παραβιαστεί.  

Τα όρια αποτελούν ένα σύστημα προστασίας της ατομικότητας, ακεραιότητας, αξιοπρέπειας και ταυτότητάς μας.
Σηματοδοτούν το πού τελειώνουμε εμείς και πού αρχίζουν οι άλλοι.
Προσδιορίζουν το πώς αλληλεπιδρούμε με τους άλλους και πώς επιτρέπουμε στους άλλους να αλληλεπιδράσουν μαζί μας. Αποτελούν οδηγό για το ποια είναι αποδεκτή και μη αποδεκτή συμπεριφορά και διασφαλίζουν ότι λειτουργούμε χωρίς να προδίδουμε τις σκέψεις,  τα συναισθήματα και τις αξίες μας.  

Είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να παίζουμε με τα όρια μας. Αν ξεγελαστούμε και πιστέψουμε ότι μπορούμε να ζήσουμε, να σχετιστούμε και να λειτουργήσουμε φέροντας ανύπαρκτα, ασαφή ή διάτρητα όρια, το μόνο που θα κερδίσουμε είναι το απόλυτο χάος – μια ζωή εκτός ελέγχου. 

ΟΙ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗΣ 

Δεν ισχύει για το σύνολο των ανθρώπων, αλλά η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που, για τους δικούς τους λόγους (επιθυμία επιβολής; διάθεση εκμετάλλευσης; παλιοχαρακτήρας; διαταραχή προσωπικότητας;), δεν διστάζουν να δοκιμάσουν ή να παραβιάσουν τα όρια και τις αντοχές μας. Ανεξάρτητα από το τι κάνουν εκείνοι όμως ποιο είναι το αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα;  

Το συμπέρασμα είναι ότι δεν μπορώ να ρισκάρω με τα όριά μου. 
Δεν μπορώ να σταυρώσω τα δάχτυλά μου ελπίζοντας ότι οι άλλοι θα φερθούν με ακεραιότητα και σεβασμό. Δεν μπορώ να βασιστώ στους άλλους να κάνουν για μένα τη δική μου δουλειά. Η προστασία των ορίων μου δεν μπορεί να αφεθεί στη διακριτική ευχέρεια των άλλων.  

Η προστασία των ορίων μου είναι ΔΙΚΗ ΜΟΥ ΔΟΥΛΕΙΑ.  
Καταρχάς, το βασικότερο που πρέπει να σκεφτώ είναι τι μήνυμα περνάω για τον εαυτό μου όταν αδυνατώ να θέσω όρια ή δεν αντιδρώ στην παραβίασή τους. Μήπως περνάω το μήνυμα ότι είμαι είναι ένας ανώτερος, γενναιόδωρος άνθρωπος που θέλει πάντα να κάνει το καλό για τους άλλους, είναι υποχωρητικός, διαλλακτικός και νοιάζεται για όλους και για όλα;   

Ή μήπως το μήνυμα που περνάω είναι:  
«Μπορείς να μου μιλάς άσχημα, να με προσβάλλεις, να με γελοιοποιείς, μπορείς να κάνεις ό,τι σου αρέσει, δεν πρόκειται να αντιδράσω. Είσαι πολύ καλύτερος/η, εξυπνότερος/η και σημαντικότερος/η από ό,τι εγώ. Χώρια που νοιάζομαι για σένα πολύ περισσότερο από ό,τι νοιάζομαι για μένα».  

«Μαμά, αδερφή, φίλη, φυσικά και μπορείς να με παίρνεις τηλέφωνο μόνο τις φορές που θέλεις να μου μιλήσεις για τα προβλήματά σου, εγώ θα σε ακούω καρτερικά χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθώ και χωρίς ποτέ να παραπονεθώ που δεν με ρώτησες μια φορά τι κάνω».  

«Δεν σέβομαι τον εαυτό μου, ούτε το χρόνο μου, ούτε τη ζωή μου, μπορείς να μου υποσχεθείς ό,τι σου έρθει στο κεφάλι χωρίς να χρειάζεται να το τηρήσεις, γιατί ούτε εσύ χρειάζεται να σέβεσαι τον εαυτό μου, το χρόνο μου και τη ζωή μου – μην σκεφτείς ποτέ κάτι διαφορετικό, έτσι κι αλλιώς ό,τι και να κάνεις, όπως και να φερθείς, δεν πρόκειται να υπάρξουν συνέπειες».  

«Ξέρω ότι εγώ φταίω που φέρεσαι άσχημα, κάτι πρέπει να έκανα για να αξίζω τέτοια συμπεριφορά, εξάλλου αντιμετωπίζεις τόσα προβλήματα κι έχεις τόσα στο κεφάλι σου, έχεις δίκιο να είσαι θυμωμένος/η, αδιάφορος/η, επιθετικός/ή και στο κάτω κάτω ποιος/ποια είμαι εγώ για να σε κρίνω, διορθώσω, απορρίψω;».

 «Νομίζω ότι αυτή ήταν μια ανεπίτρεπτα προσωπική ερώτηση και το άγγιγμα επίσης ήταν κάπως άπρεπο, αλλά δεν παίρνω και όρκο. Νιώθω ελαφρώς άβολα και δυσάρεστα αλλά ίσως αντιδρώ υπερβολικά. Τέλος πάντων δεν θα πω τίποτα αυτή τη φορά, θα κάνω ότι δεν κατάλαβα για να μην μας φέρω σε δύσκολη θέση».  

Το μήνυμα που εκπέμπουμε όταν δεν έχουμε όρια είναι ένα και μοναδικό και πολύ ηχηρό:  «Παρακαλώ περάστε, μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε ελεύθερα, ανέχομαι τα πάντα, έχετε το πράσινο φως να με ξετινάξετε».  

Δυστυχώς στην πραγματική ζωή κανένας δεν θα σκεφτεί ότι είμαστε πραγματικά ανιδιοτελείς και καλοί άνθρωποι επειδή δεν έχουμε όρια. Αυτό που θα σκεφτεί είναι ότι είμαστε – πώς να το θέσω κομψά; – λαπάδες. Κακά τα ψέματα, όταν οι άλλοι καταλαβαίνουν ότι είμαστε ξέφραγο αμπέλι και μπορούν να μας κάνουν ό,τι θέλουν, σταδιακά παύουν να μας σέβονται και να μας υπολογίζουν. 
Η παθητικότητά μας, αντί να τους προξενεί θαυμασμό ή εκτίμηση, τους κάνει να σκεφτούν: «Μμμ… νόμιζα ότι δεν θα τη βγάλω καθαρή αυτή τη φορά, αλλά τίποτα δεν συνέβη, μοιάζει να τα δέχεται όλα, ψέλλισε βέβαια κάτι ξέπνοες διαμαρτυρίες αλλά στο τέλος μόνο συγγνώμη που δεν μου ζήτησε».   

Όταν νιώθουμε ότι μας εκμεταλλεύονται, μας φέρονται χωρίς σεβασμό, μας υποτιμούν ή προσπαθούν να μας χειριστούν και να μας ελέγξουν, σημαίνει ότι κάποιο όριο μας έχει παραβιαστεί.   

Ακούγεται σκληρό, αλλά όταν δεν έχω όρια είναι σαν να προσκαλώ την ασέβεια, την εκμετάλλευση, την κακοποίηση. Όταν δέχομαι τις παραβιάσεις είναι σαν να προσκαλώ τον άλλον να τις συνεχίσει. Όταν λέω πάντα ΝΑΙ ή δεν λέω τίποτα ή δεν κάνω κάτι για να αντιδράσω, εκπαιδεύω τους άλλους να πιστεύουν ότι δέχομαι τα πάντα. 

Όταν δεν έχω όρια δεν ξέρω πότε πρέπει να πω: ΦΤΑΝΕΙ ΩΣ ΕΔΩ, ΑΡΚΕΤΑ. Δεν ξέρω πότε νιώθω καλά, πότε νιώθω άσχημα, πότε πρέπει να συνεχίσω και πότε να κάνω πίσω. Διαμαρτύρομαι (άτονα) και αμέσως μετά το παίρνω πίσω δείχνοντας ότι δεν έχω λόγο, ότι τα λόγια μου δεν συμφωνούν με τις πράξεις μου, καταλήγω να μην με παίρνουν στα σοβαρά. 

Όταν δεν έχω όρια υποτιμώ τον εαυτό μου και περιορίζω τη ζωή μου.  

ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΒΑΛΩ ΟΡΙΑ; 

Δυσκολευόμαστε να θέσουμε όρια επειδή: 
Έχουμε μεγάλη ανάγκη να είμαστε αρεστοί και να μας αγαπήσουν. Είμαστε διατεθειμένοι να γίνουμε χαλί να μας πατήσουν προκειμένου να γίνουμε αποδεκτοί. 
Τρέμουμε τις συγκρούσεις και αντιπαραθέσεις. Φοβόμαστε τις αρνητικές αντιδράσεις των άλλων στα όριά μας. Φοβόμαστε τη μοναξιά. Νομίζουμε ότι το τίμημα των ορίων είναι η απόρριψη/εγκατάλειψή μας εκ μέρους των άλλων. Έχουμε μάθει να είμαστε το καλό παιδί που δεν λέει ποτέ όχι, ο μάρτυρας που όλα τα υπομένει και θυσιάζεται για τους άλλους. 
Έχουμε διαστρεβλωμένες αντιλήψεις – π.χ. πιστεύουμε ότι «αληθινή αγάπη σημαίνει αγαπώ άνευ όρων και άνευ ορίων» ή ότι «προστατεύω τον εαυτό μου και την ευημερία μου σημαίνει είμαι εγωιστής και μικρόψυχος».  

Σε τελική ανάλυση δυσκολευόμαστε να θέσουμε όρια επειδή δεν εκτιμούμε τον εαυτό μας, επειδή δεν πιστεύουμε ότι είμαστε ένας άνθρωπος που αξίζει σεβασμού και προστασίας: 

Έλλειψη ορίων, αδυναμία οριοθέτησης = χαμηλή αυτοεκτίμηση.  
Προφανώς το θέμα των ορίων σχετίζεται με τον τρόπο που μεγαλώσαμε. 
Τις περισσότερες φορές η δυσκολία με τα όρια είναι αποτέλεσμα μεγαλώματος σε δυσλειτουργικές οικογένειες. Σε οικογένειες όπου δεν υπήρχαν καθόλου όρια ή σε κακοποιητικές οικογένειες.  

Το παιδί – θύμα κακοποίησης καταλήγει συχνά σε μίσος για τον εαυτό του λόγω της ανικανότητας του να αντισταθεί στην κακοποίηση, καταλήγει σε μίσος για έναν εαυτό χωρίς αξία ο οποίος (ανάξιος εαυτός) δικαιολογεί με διαστρεβλωμένο, ανώριμο και παιδικό τρόπο την κακοποίηση (αν ήμουν ένα άτομο αγαπητό και με αξία γιατί κάποιος να με κακοποιεί;…). 
Το παράλογο μίσος για τον εαυτό κολλάει επάνω μας και μας συνοδεύει στην ενήλικη ζωή εμποδίζοντας τη θέσπιση ορίων (προφανώς, αφού για να θέσω όρια, δηλαδή για να προστατέψω τον εαυτό μου, βασική προϋπόθεση είναι ΝΑ ΑΓΑΠΩ ΚΑΙ ΟΧΙ ΝΑ ΜΙΣΩ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ).  

Δεν φαίνεται λογικό, αλλά οι επιζήσαντες από κακοποιητικές οικογένειες κουβαλούν στην ενήλικη ζωή έναν δυσλειτουργικό, αυτοκαταστροφικό αμυντικό μηχανισμό από το παρελθόν: 
ΤΟ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΩ ΟΡΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΑΜΥΝΑ ΜΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ. 
Επειδή το αντίθετο, δηλαδή τα όρια (ο θυμός, η υπεράσπιση του εαυτού, η αντίσταση), συνήθως προκαλούσαν, κατά την παιδική ηλικία, ακόμα περισσότερη κακοποίηση. 

Όλες αυτές οι εμπειρίες καταλήγουν σε ακραίες θέσεις σε σχέση με τα όρια: 

Από τη μία, πολύ χαλαρά όρια: είμαι χαλί μπορείς να με πατήσεις – νιώθω ότι σε ερωτεύτηκα/σε αγαπώ/σε ξέρω μια ζωή παρά τα πέντε λεπτά που γνωριζόμαστε – λέω ναι αλλά στην ουσία εννοώ όχι – πώς είναι δυνατόν να μη διαβάζεις το μυαλό μου ενώ εγώ διαβάζω το δικό σου;  

Από την άλλη, πολύ αυστηρά όρια: προσοχή σκύλος, μην πλησιάζετε – ούτε με νοιάζει ούτε με ενδιαφέρει ούτε θα ασχοληθώ – τα συναισθήματά μου είναι δικά μου και δεν ενδιαφέρουν κανέναν, χώρια που δεν είναι σίγουρο αν έχω κιόλας – ευχαριστώ, αλλά όχι, δεν χρειάζομαι βοήθεια, δεν χρειάζομαι τίποτα από κανέναν. 

πηγη