Προσοχή… οι Ερινύες υπάρχουν ακόμα…

Αποτέλεσμα εικόνας για Προσοχή… οι Ερινύες υπάρχουν ακόμα…
Ποιες ήταν αλήθεια οι Ερινύες; Πόσοι από εμάς έχουμε αναρωτηθεί; Μύθος ή πραγματικότητα; Μια ευφυής μυθική εικόνα των αρχαίων προγόνων μας ή μια πραγματικότητα δυο χιλιάδες χρόνια μετά την έλευση του Ιησού Χριστού στον κόσμο;;;

Στη Θεογονία του Ησίοδου (στ.178-185) μαθαίνουμε ότι οι Ερινύες ήταν μυθικές χθόνιες ή αλλιώς υποχθόνιες θεότητες, δηλαδή θεότητες που είχαν σχέση με τον κάτω κόσμο ή τη Χθόνα (= Γη), εξ ου και ο χαρακτηρισμός υποχθόνιες. Οι Ερινύες κυνηγούσαν όσους είχαν διαπράξει εγκλήματα που έθιγαν την ηθική και φυσική τάξη των πραγμάτων. Οι Ερινύες, σύμφωνα με τον Ησίοδο, γεννήθηκαν από το αίμα που έσταξε η πληγή του Ουρανού, προκειμένου να εκδικηθεί ο ίδιος τον ακρωτηριασμό του από τον γιο του τον Κρόνο.

[ὃ δ᾽ ἐκ λοχεοῖο πάις ὠρέξατο χειρὶ σκαιῇ, δεξιτερῇ δὲ πελώριον ἔλλαβεν ἅρπην μακρὴν καρχαρόδοντα, φίλου δ᾽ ἀπὸ μήδεα πατρὸς ἐσσυμένως ἤμησε, πάλιν δ᾽ ἔρριψε φέρεσθαι ἐξοπίσω· τὰ μὲν οὔ τι ἐτώσια ἔκφυγε χειρός· ὅσσαι γὰρ ῥαθάμιγγες ἀπέσσυθεν αἱματόεσσαι, πάσας δέξατο Γαῖα· περιπλομένων δ᾽ ἐνιαυτῶν γείνατ᾽ Ἐρινῦς τε κρατερὰς μεγάλους τε Γίγαντας,]

Άλλοι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι οι Ερινύες ήταν κόρες του Άδη και της Περσεφό­νης, ενώ ο Αισχύλος τις θεωρεί κόρες της Νύχτας και ο Σοφοκλής κόρες της Γης και του Σκότους.

Ο ακριβής αριθμός τους ποικίλει, δεδομένου του ότι ο Όμηρος δεν αναφέρει καθόλου τον αριθμό τους, μεταγενέστερα ο Αισχύλος εισάγει ολόκληρο χορό Ερινύων, ενώ ο Ευριπίδης, σ΄ ένα δράμα του, αναφέρει τρεις, με ονόματα που έδωσαν και μεταγενέστεροι, όπως ο Λατίνος ποιητής Πόπλιος Βεργίλιος Μάρων (Publius Vergilius Maro, 70 π.Χ. – 19 π.Χ.), γνωστός και ως Βεργίλιος, ο οποίος αναφέρει, συγκεκριμένα, τρεις (3), όπως, ακριβώς, τις προσωποποίησε και τις χαρακτήρισε ο Ευριπίδης: την Αληκτώ που συνιστά τον ανθρωπομορφισμό της οργής και της μανίας (αυτήν που τίπο­τα δεν την καταπραΰνει), την Μέγαιρα που συνιστά τον ανθρωπομορφισμό του μίσους και του φθόνου (αυτήν που εκδικείται, το πνεύμα του μίσους) και την Τισιφόνη που συνιστά τον ανθρωπομορφισμό της εκδίκησης του φόνου (αυτήν που εκδικείται τους φόνους).

Αναφορά στις Ερινύες γίνεται ακόμα και στα Ομηρικά Έπη, όπου στην Ιλιάδα, ακόμα και ο θεός Άρης καταδιώκεται από τις Ερινύες, επειδή βοήθησε τους Τρώες, αντίθε­τα προς την επιθυμία της μητέρας του Ήρας. Παρόμοια απειλή υπήρχε και για τον Τη­λέμαχο σε περίπτωση που έδιωχνε την Πη­νελόπη από το πατρικό σπίτι. Στη Μυθολογία η μητέρα του Μελέαγρου, Αλθαία, επικαλείται τις Ερινύες κατά του γιου της, που είχε σκοτώσει τ' αδέλφια της. Οι Ερινύες, εκδικούνταν αμείλικτα το έγκλημα της πατροκτονίας (γονεοκτονίας), το οποίο, ως θέμα, απασχόλησε και τους αρχαίους τραγικούς ποιητές, ιδιαίτερα στους μύθους του Ορέστη και του Οιδίποδα. Οι συμφορές του Οιδίποδα προέρχονται από το ό,τι άθελα του, είχε κα­ταστεί ένοχος απέναντι στους γονείς του. Σε άλλο μύθο, η Μέγαιρα, μαστίγωσε τόσο πολύ τις γυναίκες της αρχαίας Νύσας, ώσπου τρε­λάθηκαν και σκότωσαν τα παιδιά τους.

Οι Ερινύες, ωστόσο, ήταν γνωστές και ως Ευμένιδες και με αυτήν την ονομασία αναφέρονται στην τρίτη τραγωδία της τριλογίας του Αισχύλου Ορέστεια (Αγαμέμνων, Χοηφόροι, Ευμενίδες), η οποία φέρει αυτήν την ονομασία. Στην εν λόγω τραγωδία οι Ερινύες κυνηγούν ανηλεώς τον Ορέστη, τον υιό του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας για τη δολοφονία της μητέρας του, την οποία ο ίδιος διέπραξε, για να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του από την μητέρα του και τον Αίγισθο.

Η μεταμόρφωση των Ερινύων από αμείλικτες και στυγερές θεότητες σε Ευμενίδες, δηλαδή σε ευεργετικές θεότητες που θεωρούνταν προστάτιδες των ξένων και των επαιτών, συντελούνταν μόνο στην περίπτωση που οι άνθρωποι τηρούσαν με ευλάβεια του Νόμους του Σύμπαντος. Οι Ευμενίδες φρόντιζαν 
1ον για την απομάκρυνση από τους ανθρώπους ή από τις χώρες των καταστροφών, των ασθενειών, των κινδύνων των φυσικών καταστροφών (ανομβρία, σφοδροί – βλαβεροί άνεμοι) 
και 2ον για την ευημερία όλων, την υγεία, την ευφορία, την ηρεμία και την κοινωνική γαλήνη.

Η περιγραφή της εμφάνισης των Ερινύων αποτυπώνει τον κυριαρχικό και αυστηρό ρόλο τους. Άσχημες, τρομακτικές και απωθητικές…

Η όψη τους ήταν μαύρη και το βλέμμα τους διαπεραστικό, ενώ φίδια ήταν τυλιγμένα στα κεφάλια τους και ανακατωμένα με τα μαλλιά τους. Έφεραν φτερά, είχαν μελανό δέρμα, φορούσαν μαύρες εσθήτες, ενώ από την εκπνοή τους έβγαινε καταστρεπτικό πύρ…. και τα μάτια τους πετούσαν σπίθες. Με αυτόν τον τρόπο, σκορπούσαν, στο πέ­ρασμα τους, διάφορες ασθένειες και εμπόδι­ζαν ακόμη και τα φυτά ν' αναπτυχθούν.

Κατοικούσαν στην χώρα του Άδη, στον κάτω κόσμο, εκεί όπου και αναλάμβαναν την εκτέλεση των ποινών, τις οποίες επέβαλαν οι κριτές του Άδη και της Δίκης στους ανθρώπους, ακόμα και πέραν του τάφου τους γι’ αυτό, στις περιπτώσεις των φόνων, αποκαλούνταν ως θεότητες "Επίκουροι της Δίκης". Σε ορισμένες απεικονίσεις οι Ερινύες φέρουν στα χέρια τους αναμμένες δάδες για να διαλύουν το σκοτάδι που βοηθά ή συγκαλύπτει τα διαπραχθέντα εγκλήματα, καθώς, επίσης, μαστίγιο φιδοφόρο ως όπλο κατά των δραστών. Στη μέση τους φέρουν ζώνη, δίνοντας την όψη Μαινάδων (νύμφες συντρόφισσες του θεού Διόνυσου) και γι’ αυτό, επίσης, ονομάζονταν και "Βάκχες τoυ Άδη". Οι  Ερινύες ήταν, ουσιαστικά, φτερωτοί δαίμονες που καταδίωκαν τον στόχο τους πετώντας, ενώ είχαν φυσιογνωμικές ομοιότητες με τις υπόλοιπες υποχθόνιες θεότητες τις Κήρες και τις Άρπυες. Κυρίως, όμως, είχαν την δυνα­τότητα να μεταμορφώνονται γρήγορα και συχνά.

Έργο των Ερινυών ήταν η καταδίωξη των ενόχων, ειδικά όλων όσων δεν είχαν τηρήσει τις υποχρεώσεις που υπαγορεύει η οικογενει­ακή μέριμνα, η οποία αφορά την αγάπη των γονέων απέναντι στα παιδιά, όπως και το αντίστροφο. Επίσης, οι Ερινύες τι­μωρούσαν και καταδίωκαν με μανία όλους όσους είχαν διαπράξει φόνο, ήταν κυριευμένοι από μίσος και κακία, ήταν επίορκοι ή δόλιοι. Επίσης, τιμωρούσαν όλες τις αντίθετες πρά­ξεις προς τη φυσική τάξη και αρμονία του κόσμου. Έφταναν, μάλιστα, στο σημείο να τιμωρούν αυτούς που άρπαζαν τους νεοσσούς απ' τις φωλιές των πτηνών.

Μέσα από την φρικιαστική περιγραφή της εμφάνισης των Ερινυών και την εξίσου σκληρή αποστολή τους, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι, ουσιαστικά, οι αρχαίοι Έλληνες, μέσω των Ερινυών, συμβόλιζαν τις τύψειςκαι τις ενοχές που κατακλύζουν την ψυχή και το μυαλό των άδικων - κακεντρεχών ανθρώπων και όσων εγκληματούν με διάφορους τρόπους και που τους οδηγούν (εξ’ ού και το ανελέητο κυνήγι των Ερινυών) στην πλήρη καταστροφή τους, αποδεικνύοντας ότι, το μάτι της Θεί­ας Δικαιοσύνης τα βλέπει όλα και ανταποδίδειστον κάθε άνθρωπο δίκαια, εκείνη την αμοιβή, η οποία πραγματικά του αναλογεί και την οποία πραγματικάαξίζει. Κανένας ένοχος δεν γλιτώνει από την αβυσ­σαλέα εκδίκηση τους, όσο κι αν αυτός πιστεύει ότι είναι ασφαλής σε οποιοδήποτε τόπο και χρόνο. Σε ανύποπτο χρόνο, οι τρομακτικές Ερινύες χιμούν καταπάνω του, του αφαιρούν την ηρεμία της ψυχής και του πνεύματος, του καταστρέφουν τον τόπο της κατάλυσής του και τον απομακρύνουν από εκεί καταδιώκοντάς τον, μέχρι το σημείο της πλήρης σωματικής και πνευματικής εξουθένωσης, την οποία προκαλεί ο παραλογισμός της ηχούς των τραγουδιών των Ερινύων…...

Από τη Θεογονία του Ησίοδου, αλλά και από τις περιγραφές του Παυσανία, πληροφορούμαστε ότι η αρχέγονη θεότητα Νύχτα, χωρίς αρσενικό σύντροφο, γέννησε τη Νέμεση για να κρατά σε ισορροπία τις ανθρώπινες σχέσεις Η ετυμολογία, η ρίζα του ονόματος «νέμω», δήλωνε αρχικά τη δίκαιη διανομή, τη μοιρασιά που γίνεται βάσει της νόμιμης εξουσίας. Σταδιακά απέκτησε τη σημασία της ανάληψης δικαστικής δράσης εκ μέρους της εξουσίας, ώστε να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ως λέξη η «Νέμεσις» έχει αντικειμενική αξία και όχι υποκειμενική. Αναφέρεται στο φορέα της εξουσίας που την ασκεί. Στο μεταφορικό λόγο, η λέξη «Νέμεσι» αναφέρεται στη θεία δίκη.

Στα πλαίσια της Ορθόδοξης Θεολογίας υπήρξε διαφοροποίηση των εννοιών της μεταμέλειας και της μετάνοιας, παρόλο που η κοινή ανθρώπινη λογική και σκέψη ταύτιζε και ταυτίζει, συνήθως, νοηματικά, τις δυο αυτές έννοιες. Πολλοί, μάλιστα, λόγω αυτής της λογικής, ισχυρίζονται ότι υφίσταται δυσκολία συνειδητοποίησης της νοηματικής αυτής διαφοράς, με την έννοια της πλήρους βιωματικής αντίληψης της  διαφοράς αυτής, υποστηρίζοντας άλλοι, ότι αυτό συνέβαινε πάντοτε, λόγω της ανθρώπινης φύσης και του τρόπου σκέψης καιάλλοι, ότι, κυρίως, η νοηματική αυτή σύγχυση είναι συνέπεια της σύγχρονης υλιστικής κοινωνίας και των προτύπων που αυτή υιοθετεί.    

Ετυμολογικά, ωστόσο, ως μεταμέλεια νοείται το αίσθημα ντροπής, στενοχώριας, που αισθάνεται κάποιος για ό,τι έπραξε ή για ό,τι παρέλειψε να πράξει (Μεταμέλεια à μετά + μέλω). Ως μετάνοια νοείται η συναίσθηση από κάποιον της κακής ή εσφαλμένης πράξης στην οποία προέβη και η αλλαγή του νου, δηλαδή η μεταστροφή (Μετάνοια à μετά + νοέω & νοός = κρίση). Η ετυμολογική ερμηνεία διαφοροποιεί εύληπτα τις δυο έννοιες, δεδομένου του ότι γίνεται κατανοητό, ότι, σε όσες περιπτώσεις ο άνθρωπος προβαίνει σε μια άσχημη ή αρνητική ενέργεια και ακολούθως νοιώθει τύψεις ή αισθάνεται ένα αίσθημα ντροπής ή στενοχωριέται γενικότερα γι’ αυτό, μεταμελείται, ενώ δεν θεωρείται ότι μετανοεί, διότι μετάνοια συνιστά η επιστροφή προς το Θεό και όχι απλά οι τύψεις (οι Ερινύες) και το άσχημο συναίσθημα που τις συνοδεύει.

Σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, μετάνοια σημαίνει αναβαπτισμός, δηλαδή ανανέωση του Βαπτίσματος, νέα συνθήκη με το Θεό, δηλαδή συμφωνία με το Θεό για νέα ζωή, ενδυνάμωση κατά της απελπισίας, λογισμός αυτοκριτικής και αυτοκατάκρισης, εμπιστοσύνη στον Θεό και απόλυτη ελπίδα, αγαθοεργία και καθαρή συνείδηση, δηλαδή συμφιλίωση με τον Κύριο, με έργα αρετής αντίθετα προς τα παραπτώματά μας και καθαρισμός της συνείδησης…. Δηλαδή, η μετάνοια είναι η ουσιαστική και απόλυτη αλλαγή της εσωτερικής  διάθεσης του ανθρώπου, ο επαναπροσδιορισμός των στόχων και του προσανατολισμού του, η επιστροφή της καρδιάς, του νου και της θέλησής του στο Θεό.

Σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη το Δαμασκηνό, «μετάνοια σημαίνει επάνοδο από το παρά φύση στο κατά φύση και όδευση προς το υπέρ φύση. Είναι πορεία από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση». Ο Μέγας Βασίλειοςαναφέρει ότι ο ανθρώπινος βίος είναι μια συνεχή πορεία προς τη μετάνοια, καθώς ο άνθρωπος, ως ατελής, αγωνίζεται συνεχώς για να κατορθώσει να προσεγγίσει τον κατά Πάντα Τέλειο Θεό!

Στα πλαίσια, επομένως, της Ορθόδοξης Θεολογικής σκέψης, η οποία  δεν πρέπει να θεωρείται, δηλαδή να γίνεται αντιληπτή, ανεξάρτητα από το θεολογικό βίωμα, η μεταμέλεια έχει την έννοια της συναισθηματικής αναγνώρισης του λάθους, της εσφαλμένης πράξης του ατόμου και συνήθως συνοδεύεται από συναισθηματική φόρτιση – αγχωτική κατάσταση, άλλοτε μεγαλύτερη και άλλοτε μικρότερη, γεγονός που δημιουργεί αποκλίσεις στη διάθεση και στη συμπεριφορά του ατόμου που μεταμελείται, το οποίο κατακλύζεται από τις τύψεις της συνείδησης, τις ΕΡΙΝΥΕΣ, οι οποίες, δύσκολα, μπορούν να ελεγχθούν, μέσω των εσωτερικών δυνάμεων του ατόμου που απλά μεταμελείται. Η μεταμέλεια επέρχεται είτε από την εσωτερική αντίληψη – συνειδητοποίηση των πεπραγμένων, είτε από την εξωτερική αρνητική κρίση-κατάκριση της συμπεριφοράς του μεταμελλούντος, είτε από συνδυασμό και των δυο αυτών παραγόντων.

Γι’ αυτό, ακριβώς, πολλοί Θεολόγοι υποστηρίζουν ότι η μεταμέλεια πηγάζει από τον εγωϊσμό του ατόμου, αποτελώντας μια παθολογική εγωκεντρική κατάσταση, η οποία ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΕΙΤΑΙ και κυρίως ΑΠΟΚΛΙΝΕΙαπόλυτα από την οδό της σωτηρίας, όπως διατυπώθηκε στην Παλαιά Διαθήκη και ακολούθως επαναδιατυπώθηκε και επαναπροσδιορίστηκε στην Καινή Διαθήκη και ειδικότερα στην διδασκαλία των Ευαγγελίων. Η μεταμέλεια, κατά την Ορθόδοξη Χριστιανική Διδασκαλία, δεν οδηγεί στη σωτηρία και στη λύτρωση. Είναι μια αρνητική κατάσταση μια φαινομενική μεταστροφή – βελτίωση της σκέψης – στάσης του μεταμελλούντος, αλλά, στην πραγματικότητα, τον καθηλώνει πάλι στο ΕΓΩ του και στη φιλαυτία του, τα οποία συνεχίζουν να οδηγούν το άτομο να κινείται περιστροφικά και αμφίδρομα προς την κακότητα της αντίληψης και της πράξης.

Ο μετανοημένος άνθρωπος δεν φοβάται, δεν νιώθει ανησυχία, τρόμο και θυμό με τον εαυτό του, δεν έχει ενοχές, δεν τον κυνηγούν οι Ερινύες, δεν αισθάνεται εκτεθειμένος έναντι άλλων, δεν διακατέχεται από αίσθημα ντροπής. Κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας, η μετάνοια δεν έχει σχέση με την επιφάνεια, αλλά με το βάθος, δεν περιορίζεται στα λόγια, αλλά βασίζεται στις πράξεις. Όπως τονίζει, άλλωστε ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, «η μετάνοια δεν μένει στα λόγια, αλλά στα πράγματα». Όσο περισσότερο μετανοεί ο άνθρωπος, τόσο περισσότερο αισθάνεται την αγάπη του Θεού, αναγεννιέται και νιώθει ελεύθερος!!!

Η μετάνοια συνίσταται στην αλλαγή προσανατολισμού, στην πλήρη μεταστροφή του ανθρώπινου νου, της ανθρώπινης νόησης, της ανθρώπινης συμπεριφοράς, σε μια πορεία (της ανθρώπινης φύσης) προς την θέωση και στην κατά Θεόν τελείωση. Ο άνθρωπος που μετανοεί, βιώνει ειλικρινά την αλλαγή της πορείας του, υπερβαίνει τον εγωκεντρισμό, την ατομική ωφελιμιστική αντίληψη, προσανατολίζεται στο να οικοδομήσει τη σχέση του με το Θεό, μέσα από τη σχέση του με τον πλησίον, με τον συνάνθρωπό του!

Η μετάνοια δεν είναι μια παθολογική κατάσταση του νου και της ψυχής, αλλά μια θεραπευτική διαδικασία, η οποία, μέσω της αυτογνωσίας, οδηγεί στην κάθαρση τον μετανοούντα. Η επίγνωση, η παραδοχή και αναγνώριση, δηλαδή, της αμαρτίας, η συνειδητοποίηση του αμαρτωλού βίου και η λύπη γι’ αυτόν οδηγεί στη μετάνοια. Η συναίσθηση – συνειδητοποίηση της αμαρτίας, του σφάλματος, χωρίς προβολή δικαιολογιών, οδηγεί στη μετάνοια, αφού η ειλικρινή παραδοχή και ομολογία της αδυναμίας αποτελεί δύναμη, κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας.

Κατά την Ορθόδοξη πίστη η λύτρωση από την αμαρτία και η προσέγγιση του Θεού γίνεται μέσω της μετάνοιας, αφού η μετάνοια, όταν είναι αληθινή, θεραπεύει, εξαγνίζει, λυτρώνει και φωτίζει πνευματικά τον άνθρωπο. Γι’ αυτό, ακριβώς, ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος επισημαίνει ότι η μετάνοια μπορεί να επαναφέρει τον μετανοούντα σε μεγαλύτερη καθαρότητα και από την πριν της αμαρτίας κατάσταση.  

Η κατανόηση της διαφοράς της μετάνοιας από την μεταμέλεια γίνεται εύκολα αντιληπτή στην περίπτωση του Ιούδα. Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο διαβάζουμε τα ακόλουθα: Ματθ. 27,3-10:
        3. Τότε ιδών Ιούδας ο παραδιδούς αυτόν ότι κατεκρίθη, μεταμεληθείς απέστρεψε τα τριάκοντα αργύρια τοις αρχιερεύσι και τοις πρεσβυτέροις,
        4. λέγων, “Ήμαρτον παραδούς αίμα αθώον.” Οι δε είπον, “Τι προς ημάς Συ όψει!”
        5. Και ρίψας τα αργύρια εν τω ναώ, ανεχώρησε• και απελθών απήγξατο.
        6. Οι δε αρχιερείς λαβόντες τα αργύρια είπον, “Ουκ έξεστι βαλείν αυτά εις τον κορβανάν, επεί τιμή αίματός εστι.”
        7. Συμβούλιον δε λαβόντες ηγόρασαν εξ αυτών τον αγρόν του κεραμέως, εις ταφήν τοις ξένοις.
        8. Διο εκλήθη ο αγρός εκείνος Αγρός Αίματος έως της σήμερον.
        9. Τότε επληρώθη το ρηθέν δια Ιερεμίου του προφήτου, λέγοντος, «Και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, την τιμήν του τετιμημένου, ον ετιμήσαντο από υιών Ισραήλ,
        10. και έδωκαν αυτά εις τον αγρόν του κεραμέως, καθά συνέταξέ μοι Κύριος».

Μετάφραση:
Τότε ο Ιούδας, ο οποίος τον είχε παραδώσει, όταν είδε ότι ο Ιησούς καταδικάσθηκε από το συνέδριο, κατελήφθη από μεταμέλεια (όχι όμως από πραγματική μετάνοια, που θα τον οδηγούσε πλησίον του Χριστού) και σαν να αισθανόταν αβάστακτο βάρος για τα τριάκοντα αργύρια, τα έδωσε πίσω στους αρχιερείς και πρεσβύτερους λέγοντας·

αμάρτησα, διότι παρέδωσα αίμα αθώο”. Εκείνοι δε είπαν· “και τι μας μέλει εμάς; Εσύ θα δώσεις λόγο γι' αυτό”.

Και αφού έριξε με αγανάκτηση τα αργύρια στον ναό, έφυγε απελπισμένος και πήγε και κρεμάσθηκε.

Οι δε αρχιερείς πήραν τα αργύρια και είπαν· “δεν επιτρέπεται να τα βάλουμε στο ταμείο του ναού, διότι είναι τιμή αίματος, το οποίο μετά από λίγο θα χυθεί”.

Αφού δε έκαναν συμβούλιο αγόρασαν με αυτά τον αγρό του κεραμιδά, ως τόπο ταφής των ξένων (οι οποίοι συνέβαινε να αποθνήσκουν στην Ιερουσαλήμ).

Γι' αυτό και ο αγρός εκείνος έχει ονομασθεί μέχρι σήμερα “αγρός αίματος”.

Τότε πληρώθηκε αυτό που είχε λεχθεί από τον προφήτη Ιερεμία, ο όποιος έλεγε· “και έλαβαν τα τριάκοντα αργύρια, την τιμή του ανεκτίμητου, τον οποίον μερικοί από τους υιούς Ισραήλ τόσο είχαν εκτιμήσει, και έδωσαν αυτά για τον αγρό του κεραμιδά, όπως με καθοδήγησε ο Κύριος”.

Ο Ιούδας, συνεπώς, μεταμελήθηκε, αναγνωρίζοντας απλά το λάθος του, αλλά δεν μετανόησε. Εάν μετανοούσε πραγματικά, δεν θα καταλαμβανόταν από απελπισία, η οποία τον οδήγησε στην αυτοκτονία. Θα αναζητούσε ένθερμα το Θείο Έλεος, θα προσέφευγε στον Κύριο, ζητώντας συντετριμμένος συγχώρεση… Κάτι τέτοιο, όμως δεν το έπραξε!!!

Αλήθεια, έχουμε ποτέ αναρωτηθεί, πόσο πολύ μοιάζουμε στον Ιούδα;;;
                                        ΝΑΤΑΣΑ ΚΟΝΤΟΛΕΤΑ
                                         ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ – ΠΟΙΗΤΡΙΑ

[Κάτοχος τίτλων μεταπτυχιακής ειδίκευσης στην Εκπαίδευση Ενηλίκων, στη Διοίκηση της Εκπαίδευσης, στη Μετάφραση, στη Διοίκηση Προσωπικού, στην Κανονιστική Συμμόρφωση Οικονομικών Δραστηριοτήτων και στην Ορθόδοξη Θεολογία και Ζωή]