Η οικογένεια... Και το σχολείο...

Η οικογένεια και το σχολείο αποτελούν τους ακρογωνιαίους λίθους της ανάπτυξης και κοινωνικοποίησης του ατόμου. …

Είναι, επομένως, αυτονόητο ότι η μεταξύ τους συνεργασία  πρέπει όχι μόνο να ενθαρρύνεται αλλά και να καλλιεργείται συστηματικά και μεθοδικά με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας και της αλληλεγγύης προκειμένου το υπό ανάπτυξη άτομο, ο μαθητής,  να έχει το μέγιστο δυνατό όφελος.

Πλέον, τόσο η διεθνής όσο και η εγχώρια έρευνα και  βιβλιογραφία επιβεβαιώνουν με τρόπο κατηγορηματικό την αλληλεπίδραση των δύο θεσμών, διαμορφώνοντας θεωρίες, αναλύοντας και ερμηνεύοντας πτυχές και δεδομένα μιας εξαιρετικά αμφίσημης στο πέρασμα του χρόνου σχέσης που,  τελικά, αποδεικνύεται εξαιρετικά ευεργετική τόσο για την ακαδημαϊκή επίδοση και συμπεριφορά των μαθητών όσο και για τη διαμόρφωση θετικού σχολικού κλίματος.

Η Epstein επισημαίνει ότι το ερώτημα που τίθεται δεν είναι αν υπάρχει ανάγκη συνεργασίας σχολείου-οικογένειας, αλλά ποιες είναι οι πιο αποτελεσματικές μορφές ανάπτυξης αυτής της συνεργασίας .

Παρά το γεγονός ότι και στην ελληνική εκπαιδευτική πραγματικότητα γίνεται όλο και πιο σαφές ότι οι γονείς πρέπει- έχουν δικαίωμα και υποχρέωση- να συμμετέχουν ενεργά στα σχολικά δρώμενα και οι εκπαιδευτικοί να συνεργάζονται στενά μαζί τους, η εκπαιδευτική εμπειρία καταγράφει μια επιφυλακτική και καχύποπτη στάση εκ μέρους και των δύο πλευρών.

Η αναγνώριση και παραδοχή του καθοριστικού ρόλου που διαδραματίζει η σχέση αυτή στην πρόοδο και εξέλιξη του μαθητή ίσως να μην έχει τύχει ακόμη καθολικής υποδοχής από την εκπαιδευτική κοινότητα, ωστόσο όλο και περισσότερο η συζήτηση γύρω από το θέμα αυτό εμπλουτίζεται και διευρύνεται. Τα ταμπού και οι προκαταλήψεις και από τις δύο πλευρές ασφαλώς δεν είναι εύκολο να ξεπεραστούν δια μιας . Εξακολουθεί να  παρατηρείται επιφύλαξη και καχυποψία καθώς τα στερεότυπα του εκπαιδευτικού –αυθεντία και του γονέα -κριτή παραμένουν ισχυρά κα σε πολλές περιπτώσεις αξεπέραστα.

Αναμφισβήτητα, πολλά βήματα έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια προς την κατεύθυνση της καλλιέργειας μιας περισσότερο ανοιχτής σχέσης ανάμεσα στο σχολείο και την οικογένεια και μιας πιο ειλικρινούς επικοινωνίας ανάμεσα στα δύο μέρη που αποτελούν τους βασικούς πυλώνες της εκπαίδευσης.
Το σχολείο ως πρωτογενής φορέας κοινωνικοποίησης αναλαμβάνει ένα πολύ δύσκολο ρόλο αφού, ήδη, η οικογένεια έχει ασκήσει τη δική της καταλυτική επίδραση τον τομέα αυτό. Όμως, το σύνθετο πλέγμα των σχέσεων που αναπτύσσεται ανάμεσα στο σχολείο και την οικογένεια σίγουρα θα αποβεί καθοριστικό για την περαιτέρω εξελικτική πορεία του μαθητή.

Στην πραγματικότητα η σχέση ανάμεσα στο σχολείο και την οικογένεια περιορίζεται σε τυπικά θέματα, αφού από τη μια οι γονείς αγνοούν στοιχεία από τη δυναμική του σχολείου παρέχοντας συνήθως υποστήριξη στη μελέτη των παιδιών τους στο σπίτι και επικοινωνώντας στοιχειωδώς με το σχολείο για να μάθουν για την πρόοδο τους, και από την άλλη ο γνωσιοκεντρικός χαρακτήρας του εκπαιδευτικού μας συστήματος υπερτονίζει τη σχέση μαθητή-γνώσης καθιστώντας τον εκπαιδευτικό απλώς ενδιάμεσο σε αυτή τη σχέση. Το ενδιαφέρον των γονέων εστιάζεται στη σχολική επιτυχία καθώς η σύγχρονη οικονομία απαιτεί από τους νέους να αποκτήσουν συγκεκριμένες γνώσεις στο σχολείο.

Η παιδαγωγική συνιστώσα του σχολείου φαίνεται να εξασθενεί μετατρέποντάς το σε μηχανισμό μετάδοσης γνώσεων και ελέγχου, υποστηρίζοντας ελάχιστα στην πράξη τις επικοινωνιακές διεργασίες που βρίσκονται στη βάση του εκπαιδευτικού έργου. Υπό  αυτήν την πίεση, το σχολικό σύστημα  προσπαθεί να γίνει περισσότερο αποδοτικό, ταυτόχρονα όμως αναβαθμίζονται οι παράγοντες της άτυπης εκπαίδευσης όπως η οικογένεια, η γειτονιά και η τοπική κοινότητα.

Επομένως, στόχος του σχολείου πρέπει να είναι η ολόπλευρη ανάπτυξη των μαθητών, η ανάπτυξη της αυτονομίας και της δημιουργικότητας του εκπαιδευτικού  και όχι η μονομερής μετάδοση γνώσεων. Όταν, μάλιστα, τα παραπάνω πραγματώνονται με τη συνεργασία της οικογένειας και της ευρύτερης κοινότητας το εγχείρημα  αποκτά μεγαλύτερη αξία.

Γίνεται σαφές ότι θετικά εκπαιδευτικά αποτελέσματα δεν μπορούν να υπάρξουν όταν σχολείο και οικογένεια βρίσκονται σε απομόνωση. Έτσι, με τη συνταγματική θεμελίωση του γονεϊκού δικαιώματος και της ελευθερίας των γονέων για ανατροφή και μόρφωση των παιδιών τους στο πλαίσιο της οικογενειακής ζωής μέσα από τα άρθρα 9 και 21 του Συντάγματος, οι γονείς αποκτούν το προτακτικό μορφωτικό δικαίωμα έναντι κάθε άλλου φορέα παιδαγωγικής αρμοδιότητας.

Από την άλλη το κράτος έχει την υποχρέωση να λάβει τα αναγκαία μέτρα που θα βελτιώσουν και θα συμπληρώσουν τον πολύσκοπο χαρακτήρα της οικογενειακής ζωής. Στα άρθρα 48-53 του νόμου 1566/1985 και στο άρθρο 2, παράγραφος 1 του νόμου 2621/1998 προβλέπεται η συνεργασία σχολείου- οικογένειας μέσα και από τη σύσταση και λειτουργία Συλλόγων Γονέων και Κηδεμόνων. Οι γονείς με τη συμμετοχή τους σε συλλογικά όργανα, επιτροπές και συμβούλια (σχολικές επιτροπές, σχολικά συμβούλια και κοινότητες), ενισχύουν τη σχέση αυτή , ενημερώνονται και συναποφασίζουν ασκώντας εν μέρει εκπαιδευτική πολιτική.

Ανεξάρτητα από το επίπεδο λειτουργίας των οργάνων αυτών, γίνεται ξεκάθαρο πως ο νομοθέτης αναγνωρίζει τους γονείς ως σημαντικούς εταίρους στην εκπαιδευτική πραγματικότητα. Η θεσμοθέτηση της επικοινωνίας και συνεργασίας των δύο μερών ήρθε ως αποτέλεσμα πολλών μελετών και ερευνών που κατέδειξαν την αναγκαιότητα αυτής της επικοινωνίας.

Η σημαντικότητα της επικοινωνίας σχολείου και οικογένειας
Πολλές θεωρίες έχουν διατυπωθεί σχετικά με την σημαντικότητα και τον τρόπο συμμετοχής των γονέων στη σχολική ζωή, άλλες υπογραμμίζοντας την αναγκαιότητα μετατόπισης προς ένα «ανοιχτό» σχολείο που αναλαμβάνει πρωτοβουλίες για να φέρει κοντά του την οικογένεια κι άλλες πιο σύγχρονες που επισημαίνουν την ανάγκη συνεργατικής δράσης σχολείου και οικογένειας με τη δημιουργία κοινωνικών  δικτύων  αλληλεπίδρασης και την ανάπτυξη κοινωνικού κεφαλαίου.

Αναγκαία, σύμφωνα με άλλες θεωρίες, είναι η επικοινωνία των δύο κατευθύνσεων ανάμεσα στο σχολείο και την οικογένεια όπου η ροή των πληροφοριών είναι συνεχής μεταξύ των δύο μερών σχετικά με την πρόοδο και τις ανάγκες των μαθητών, συνδιαμορφώνοντας τους εκπαιδευτικούς στόχους, παίρνοντας κοινές αποφάσεις και ενισχύοντας τη μαθησιακή διαδικασία.

Πολλές όμως είναι και οι έρευνες που καταδεικνύουν τον κρίσιμο ρόλο του σχολείου στην επίτευξη της επικοινωνίας με την οικογένεια και στην εδραίωση μιας συνεργασίας που δεν θα είναι επιδερμική, αλλά βαθιά και  ουσιαστική σε δράσεις και περιεχόμενο. Μια επικοινωνία που δεν θα περιορίζεται μόνο στην τυπική, αλλά θα εξελίσσεται και στο πλαίσιο της άτυπης εκπαίδευσης με στόχο πάντα την ισόρροπη γνωστική, συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών.

Η εφαρμογή διαφόρων μοντέλων και πρακτικών προς αυτή την κατεύθυνση, έχει αποδώσει καρπούς,  από την άλλη όμως είναι απαραίτητο να υπάρξει ένα συγκεκριμένο πλαίσιο επικοινωνίας και συμμετοχής της οικογένειας στην εκπαιδευτική διαδικασία προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος να δοθεί πολύ μεγάλη έμφαση στο ρόλο του σχολείου ή στο ρόλο της οικογένειας και αντίστοιχα να αποδοθούν ευθύνες. Η επικοινωνία ανάμεσα στο σχολείο και την οικογένεια πρέπει να είναι συμπληρωματική και όχι συμμετρική.

Η υπερβολή είναι βέβαιο ότι θα προκαλέσει σύγχυση και  «συναισθηματική ασφυξία» στον τελικό αποδέκτη που δεν είναι άλλος από το παιδί. Τα μηνύματα που φτάνουν σ΄ αυτό και από τα δύο συστήματα -σχολείο και οικογένεια – πρέπει να είναι κοινά και με κοινό προσανατολισμό ώστε να μπορεί να τα επεξεργαστεί και να μη δημιουργούνται μέσα του ασάφειες και διλλήματα.

Οι εταίροι μιας τόσο σημαντικής σύμπραξης , έχουν να ωφεληθούν τα μέγιστα από την ενεργή συμμετοχή τους, σύμφωνα με πλήθος ερευνών που έχουν διεξαχθεί στο διεθνή, – τα τελευταία χρόνια- και στον  ελληνικό χώρο. Για τους μεν γονείς τα οφέλη αντικατοπτρίζονται στη βελτίωση των σχέσεων με τα παιδιά τους και στην πρόοδο που αυτά σημειώνουν, στην απόκτηση πρόσθετων δυνατοτήτων για την υποστήριξη των μαθητών στη σχολική εργασία στο σπίτι,   στην πρόσθετη εκτίμηση της εργασίας και της αποτελεσματικότητας των δασκάλων και στην ικανοποίηση που παίρνουν από τη νέα σχέση με το σχολείο.

Ενώ τα οφέλη για τους μαθητές    από την εμπλοκή των γονιών τους στην εκπαιδευτική διαδικασία σχετίζονται με τη βελτίωση των σχολικών επιδόσεων, τον υψηλότερο βαθμό συμμετοχής και ενδιαφέροντος στην τάξη, την αυξημένη ευθύνη για μάθηση, την ολοκλήρωση των σχολικών εργασιών που τους ανατίθενται στο σπίτι με πιο υπεύθυνο και συστηματικό τρόπο, την επιπλέον ανάπτυξη συναισθηματικών και κοινωνικών δεξιοτήτων, τη δημιουργία θετικής στάσης και συμπεριφοράς στο σχολικό περιβάλλον, την πρόληψη και την αντιμετώπιση του φαινομένου της σχολικής διαρροής και την πρόληψη και την αντιμετώπιση των δυσκολιών προσαρμογής των νέων σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κοινωνικό περιβάλλον. Αντίστοιχα θετικά αποτελέσματα όμως έχει και για τους εκπαιδευτικούς η  επίτευξη αποτελεσματικής επικοινωνίας με τους γονείς καθώς κατανοούν καλύτερα τις ανάγκες των μαθητών τους, υποβοηθούνται και υποστηρίζονται καλύτερα στην υλοποίηση διαφόρων δραστηριοτήτων του σχολείου, αλλά και στο εκπαιδευτικό τους έργο, βελτιώνονται οι θεωρητικές και πρακτικές προσεγγίσεις που χρησιμοποιούνται σε τέτοιες εκπαιδευτικές διαδικασίες με τη συμμετοχή των γονέων και οι διδακτικές πρακτικές διευρύνονται και ενισχύονται, όπως επίσης, και τα μεθοδολογικά και λειτουργικά εργαλεία μέσα από την εμπειρία σε κοινές δράσεις.

Όσο περισσότερο προσανατολισμένη είναι η προσπάθεια που καταβάλλουν και τα δύο μέρη στην ενίσχυση της αποτελεσματικότητας της συνεργασίας σχολείου-οικογένειας τόσο περισσότερο θα μεγιστοποιούνται τα θετικά αποτελέσματα για όλους (μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικούς). Οι στόχοι του σχολείου θα γίνονται όλο και πιο ξεκάθαροι και κατανοητοί, οι δίαυλοι επικοινωνίας θα διευρύνονται και οι διαπροσωπικές σχέσεις θα βελτιώνονται επιδρώντας θετικά στην ολόπλευρη ανάπτυξη των παιδιών και στην καλύτερη προσαρμογή τους -στο απώτερο μέλλον- στις συνεχώς μεταβαλλόμενες κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες ως έφηβοι και ως νέοι πολίτες.

γράφει η Μαρία Πρατσίνη, εκπαιδευτικός  πηγη