Δεν είπα ποτέ σε κανέναν τι έκανα γιατί ντρέπομαι..!

Πίστευα, και συνεχίζω να πιστεύω, οτι το ένα πράγμα που ενώνει όλα τα πλάσματα της γής είναι η ελπίδα. 
Είναι αυτό το συναίσθημα οτι αύριο θα 'ναι όλα καλύτερα και είναι αυτό που πάντα μας κρατάει ζωντανούς όταν περνάμε ζόρικα. 

Κάποτε πίστευα οτι η ελπίδα μοιάζει με την άνοιξη που είναι εντελώς αλλοπρόσαλλη. Όταν μπεί ο Μάρτιος περιμένεις να δείς το ανάλογο ανοιξιάτικο σκηνικό κι όμως υπάρχουν μέρες που έξω βρέχει, ρίχνει χαλάζι και προφανώς είναι δύσκολο να δεις τα λουλούδια που έχουν ανθίσει. 
Αλλά μόλις ξημερώσουν εκείνες οι ανοιξιάτικες μέρες που έξω είναι χαρά θεού και ο ήλιος σε τυφλώνει τότε εκεί καταλαβαίνεις οτι έφυγε ο χειμώνας για τα καλά. Για 'μένα έτσι ήταν και η ελπίδα, κάποιες φορές είναι δύσκολο να την βρεις αλλά δεν σημαίνει οτι δεν υπάρχει. 

Έτσι πίστευα τότε. Τώρα μάλλον όλα είναι αλλιώς.   Δεν είπα ποτέ σε κανέναν τι έκανα γιατί ντρέπομαι. Ντρέπομαι που είχα ξεχάσει οτι είμαι άνθρωπος και οτι τον κόσμο γύρω μου πρέπει να τον κρίνω απ' τα μάτια και μόνο.   Φταίω κι εγώ που άλλαξα. Αυτοί με κάνανε ίδιο με τα μούτρα τους. Έγινα μίζερος, κατάντησα να τρέφομαι από κακία και να μισώ όσους είναι διαφορετικοί γύρω μου. Ήθελα να είμαι ένας απο αυτούς και έμπλεξα. Έμπλεξα με τις μαλακίες τους. 

Στην αρχή ξεκίνησαν όλα χαλαρά. Χαλαρά βρίζαμε τους gay και καλά άρρωστοι. Χαλαρά γράψαμε στο θρανίο του Χρίστου του συμμαθητή μας 'πουστάρα' γιατί ξέραμε οτι ήταν. Χαλαρά τον κλείσαμε στην τουαλέτα και τον πλακώσαμε μια μέρα στο ξύλο. Έτσι για την πλάκα. Μετά γνωρίσαμε κι άλλους και χαλαρά ξεκινούσαμε καβγάδες με όποιον μαύρο βλέπαμε στον δρόμο. Σπάσαμε στο ξύλο έναν Αλβανό. Μια νύχτα το ρίξαμε στο κυνηγητό πίσω από δυο λεσβίες τις φωνάζαμε 'βρωμιάρες'. Μέχρι που μια μέρα με φωνάξανε να μαζευτούμε για να δείρουμε 'ένα κουμούνι έναν αριστερό'. 

Έτσι μου 'παν και εγώ πήγα να τους βρω. Ο αριστερός που 'θέλαν να δείρουμε ήταν φίλος αδερφικός μου. Είχαμε ξεκόψει μόλις ξεκίνησα να κάνω παρέα μ'αυτούς αλλά μεγαλώσαμε απο μωρά μαζί. Ήταν σαν αδερφός μου. Μαύρισαν όλα γύρω μου. Αυτόι είχαν μαζί τους μαχαίρια και λοστούς. Τρόμαξα. Σταμάτησε να έχει πλάκα αυτό που κάναμε. Δεν ήθελα πλέον να κυνηγάω ξένους. Ήθελα να πάω πίσω, στον καιρό που ακόμα πίστευα ότι όλα θα πάνε καλά. Ήθελα να γυρίσω τον χρόνο και να μην τους γνώριζα ποτέ.   Εκείνη την μέρα έσωσα τον αδερφό μου. Του έστειλα μήνυμα και τον προειδοποιησα και του είπα να προσέχει. Μετά απο αυτό ξέκοψα. 

Έφυγα για το εξωτερικό γιατί ήθελα να βρω τον εαυτό μου. Κάπου ανάμεσα στην πλάκα και στη μιζέρια τον είχα χάσει. Δεν ήμουν έτσι εγώ. Δεν ήμουν ρατσιστής. Δεν ξέρω πως έφτασα ως εκεί. Ήταν η κακιά η ώρα; Ήταν το μίσος του πατέρα μου για τους Αλβανούς που δούλευαν μαζί του; Ήταν όλη αυτή η ανάγκη να βγάλω τον θυμό που είχα μέσα μου που θα τέλειωνα τις σπουδές μου και δεν θα είχα δουλειά να κάνω; Ήταν που μου κλέβανε το μέλλον; Ήταν οι κακές παρέες; Ήταν που με έκαναν να σκεφτώ οτι ανήκω κάπου; Δεν ξέρω ακόμα τι ήταν πάντως άλλαξα. Ηρέμησα. Κάνω όνειρα ξανά. 

Τώρα είμαι σε ξένο τόπο και γνώρισα άτομα και μ'αγκάλιασαν. Εγώ τους μισούσα για το χρώμα τους και αυτοί με δέχτηκαν. Και έτσι συγχώρεσα τον εαυτό μου που ξεστράτησα και ορκίστηκα να μην αφήσω να με αλλάξουν ξανά.   Δεν είπα ποτέ σε κανέναν τι έκανα γιατί ντρέπομαι. Ντρέπομαι που είχα ξεχάσει οτι είμαι άνθρωπος και οτι τον κόσμο γύρω μου πρέπει να τον κρίνω απ' τα μάτια και μόνο. Κι όσο περνάει ο καιρός θυμάμε τα μάτια αυτών που τότε έκανα παρέα και ήταν μαύρα, γεμάτα κακία και λυπάμαι, λυπάμαι πολύ. Αλλά νιώθω περήφανος πλέον γιατί το δικό μου βλέμα είναι πια ολοκάθαρο. Και να δείς τι μου θυμίζει... μια ανοιξιάτικη, φωτεινή μέρα. 

Πηγή